1

Τετάρτη βράδυ

Είναι η πρώτη μέρα που νιώθω λίγο καλύτερα. Περπάτησα και λίγο μέσα στο δωμάτιο. Έκανα πως δεν είδα τα δάκρυά σου. Μιλούσες συνέχεια και χαμογελούσες για να μην σε καταλάβω. Όταν ξάπλωσα σε κοιτούσα κρυφά. Είσαι τόσο κουρασμένη. Τα μάτια σου έχουν αλλάξει χρώμα. Κι αδυνάτισες πολύ. 20 μέρες στο νοσοκομείο χωρίς να φύγεις στιγμή από δίπλα μου. Όταν ήμουν στην εντατική, καθόσουν απέξω και προσευχόσουν. Σε ένιωθα Μάνα. Σα να είχα φωλιάσει στην αγκαλιά σου, όπως όταν ήμουν μικρή και με νανούριζες. Είμαι σίγουρη ότι εσύ είσαι η αιτία που ζω. Πριν λίγο ήρθε η νοσοκόμα, μου έβαλε κάτι ορούς και μαλάκωσε ο πόνος. Αποκοιμήθηκες στη καρέκλα. Δε ξέρω πως αντέχεις ακόμη. Από πού παίρνεις αυτή τη δύναμη!

Πέμπτη μεσημέρι

Σε κάλεσε ο γιατρός να σου μιλήσει. Είμαι σίγουρη ότι τα νέα δεν είναι καλά. Γύρισες και τα μάτια σου ήταν κατακόκκινα. Μα πάλι χαμογελούσες. Σου ζήτησα να μου πεις την αλήθεια.  – Θα νικήσουμε, μου είπες, τίποτε άλλο. Δε θέλησα να σε πιέσω. Εσύ υποφέρεις περισσότερο από μένα.

Παρασκευή πρωί

Ήρθαν να με δουν οι φίλες μου. Τρόμαξαν στην αρχή, το είδα στα μάτια τους. Ευτυχώς άντεχα τους πόνους κι άρχισα να τις πειράζω. Δεν κάθισαν πολύ. Τις καταλαβαίνω. Πάλι καλά που άντεξαν τόσο να παίζουν θέατρο.

Κυριακή μεσημέρι

Χθες είδα ένα όνειρο. Είναι σημαδιακό, το ξέρω. Έχω αρχίσει να συνηθίζω την ιδέα του θανάτου. Γιατί το ξέρω. Δε θ αντέξω για πολύ. Ήμουν σ ένα βουνό ψηλό. Τόσο ψηλό που όλα τα έβλεπα μέσα από ένα μικρό πίνακα ζωγραφικής. Λίγο να σήκωνα τα χέρια θα έπιανα τα σύννεφα. Κάποια στιγμή είδα ανθρώπους να πετάνε γύρω μου και να τραγουδάνε. Ξέρεις είδα και τον μπαμπά. Φορούσε εκείνο το μοναδικό καρό πουκάμισο που του έκανες δώρο. Ποτέ δε του άρεσαν τα καρό θυμάσαι; Όταν του το έδωσες σε κοίταξε στραβά, αλλά δεν είπε τίποτα να μη σε κακοκαρδίσει. Μα όσο ζούσε δεν το φόρεσε ούτε μία φορά. Αστείο δεν είναι;   Τραγουδούσε κι αυτός αλλά σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Όμως την ώρα που έφευγαν μου φώναξε: – Έλα σε περιμένω, το δωμάτιό σου είναι έτοιμο. Δε φοβήθηκα. Άπλωσα το χέρι να τον πιάσω αλλά ξύπνησα.

Δευτέρα βράδυ

Μάνα σήμερα είσαι πολύ ανήσυχη. Τα χέρια σου τρέμουν. Δεν ήπιες ούτε μια στάλα νερό. Μόνο μπαινοβγαίνεις στο δωμάτιο για να μη σε δω να κλαις. Πρέπει να κάνεις κουράγιο Μάνα. Ήρθε η ώρα να φύγω. Κουράστηκα. Δεν αντέχω να σηκώνω ούτε τον δικό μου, ούτε τον δικό σου πόνο. Κατάλαβε με, θέλω να ηρεμήσω πια. Νομίζεις ότι δε με σκοτώνει να σε βλέπω να λιώνεις μέρα με την μέρα; Ν αντέξεις. Θέλω να αντέξεις. Εμείς ποτέ δε θα χωρίσουμε. Μια βόλτα θα πάω και κάποια στιγμή θα’ρθεις να με βρεις. Όπως τα βράδια που με περίμενες να γυρίσω και δεν κοιμόσουν μέχρι να ακούσεις ν ανοίγει η πόρτα. Μόνο που αυτή τη φορά δε θα με περιμένεις. Θα σε περιμένω εγώ. Εκεί δε θα έχει ούτε γιατρούς, ούτε νοσοκομεία. Θα πάμε μαζί σ εκείνο το ψηλό βουνό και θα πετάμε. Μαζί με τον μπαμπά. Και θα κάνουμε ταξίδια. Όπου λαχταράει η ψυχή μας. Και μετά θα γυρνάμε στο σπίτι που έφτιαξε ο μπαμπάς. Γι αυτό Μάνα ν αντέξεις. Για μένα ν αντέξεις γιατί θα σε κοιτάω από κει που θα μαι.

Μάνα όταν διαβάζεις αυτό το γράμμα εγώ δε θα είμαι δίπλα σου. Αν όμως κλείσεις τα μάτια θα με νιώσεις μέσα σου. Αλλά κάνε μου τη χάρη Μάνα μου. Φώναξε, ούρλιαξε, χύσε όσα δάκρυα θέλεις αλλά μετά χαμογέλασέ μου. Γιατί θα είμαι καλά, είμαι σίγουρη. Κι όσο μου χαμογελάς τόσο εγώ θα χαίρομαι. Πρέπει να ξεκουραστούμε Μάνα, κι εγώ, κι εσύ. Και να τρως Μάνα γιατί μόνο η σκιά σου έμεινε.

Σ’ αγαπώ Μάνα και θα σε περιμένω. Αλλά κοίτα ν αργήσεις σε παρακαλώ, άσε με επιτέλους και λίγο μόνη. Γιατί όταν γκρινιάζεις, ήρθε η ώρα να στο πω, δεν αντέχεσαι. Και να είσαι ξεκούραστη, γιατί όπως καταλαβαίνεις η πρώτη σου δουλειά όταν βρεθούμε, θα είναι να μαζέψεις το δωμάτιό μου. Και  μέχρι τότε θα μου λείψει η γκρίνια σου. Ναι Μάνα μου!

Η κόρη σου.