in__15909_5be963e1462d1

Άραγε θα γλίτωνε ο Ίων εκείνη τη μέρα, εάν είχε επέμβει ο πατέρας της;
Είκοσι ένα χρόνια, με αυτό το ερώτημα ζει. Η δολοφονία του Δραγούμη στιγμάτισε τον Μπενάκη στη συνείδηση πολλών Ελλήνων ως ένοχο για ηθική αυτουργία στην εν ψυχρώ εκτέλεση ενός ανθρώπου.
Του ανθρώπου που εκείνη αγάπησε παράφορα.
Πόσες ουλές μπορεί να αντέξει μια ψυχή; Κι όμως πάλεψε και με αυτήν, την πιο βαθιά απ’ όλες.

Για ποιον λόγο δεν ενεπλάκη εκείνο το μεσημέρι ο πατέρας της; Γιατί έμεινε άπραγος εγκαταλείποντας τον Ίωνα σε τόσο δεινή θέση;
Ακόμα κι αν ο Δραγούμης ήταν έμμεσα αναμεμειγμένος στην απόπειρα δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου (μια θεωρία εντελώς απίθανη, που δεν της πέρασε ποτέ στα σοβαρά από το μυαλό), το νόμιμο θα ήταν να δικαστεί, όχι να πέσει στα χέρια κάποιων επικίνδυνων παρακρατικών.
Γιατί ένας άντρας σαν τον πατέρα της, που ανακηρύχτηκε εθνικός ευεργέτης, που ίδρυσε σχολεία, νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, που το μόνο του ευαγγέλιο ήταν οι παραδοσιακές αξίες, που είχε υπάρξει κατά γενική ομολογία ευσυνείδητος δήμαρχος, γιατί αυτός ο άντρας άφησε ανυπεράσπιστο έναν άνθρωπο στο έλεος των βασανιστών του;
Ίσως η εξήγηση να κρυβόταν στο απλούστατο σενάριο που η κυρία Δέλτα δυσκολευόταν πάντα να πιστέψει.
Ίσως έφταιγαν οι σκοτεινές αποχρώσεις της ελληνικής Ιστορίας (στα μάτια του βενιζελικού Μπενάκη ο αντιβενιζελικός Δραγούμης ήταν ένα μίασμα, ένας απρόβλεπτος και ιδιόρρυθμος επαναστάτης), σε συνδυασμό φυσικά μ’ εκείνο το ερωτικό δράμα, πριν από χρόνια, που χάραξε μια βαθιά τάφρο ανάμεσα στους Μπενάκηδες και τους Δραγούμηδες (κάνοντας ενδεχομένως τον Εμμανουήλ Μπενάκη να παρακολουθεί εκείνες τις στιγμές όχι έναν άτυχο άνθρωπο, αλλά τον άντρα που προσπάθησε κάποτε να καταστρέψει τον γάμο και το όνομα της κόρης του).
Ναι, μπορεί έτσι να συνέβη, αν και της είναι επώδυνο να το δεχτεί, καθώς δε θεωρούσε τον πατέρα της τόσο μικρόψυχο.
Ή ενδεχομένως να συνέβη κάτι άλλο.
Οτιδήποτε.
Μπορεί να φοβήθηκε. Να δείλιασε. Να λογάριασε το προσωπικό κόστος, που ίσως θα επέσυρε η συμμετοχή του σε κάτι τόσο ανεξέλεγκτο.
Ω, πραγματικά δεν ξέρει. Ουδέποτε έλαβε κάποια απάντηση από τον Μπενάκη που να την ικανοποίησε απόλυτα και δεν μπορούσε να επιμείνει περισσότερο, γιατί αυτός που είχε πεθάνει ήταν ο Ίων Δραγούμης (θα ήταν σαν να ξύνει τις πληγές του παρελθόντος).
Εκείνο που ξέρει είναι ότι ο πατέρας της έφυγε. Ότι τον άφησε μόνο μέσα στο αγριεμένο πλήθος.
Αποχώρησε από την έπαυλη Θων, μπήκε στο αυτοκίνητό του και πήγε να συναντήσει τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Εμμανουήλ Ρεπούλη, για να μάθει επιτέλους πώς ήταν ο Βενιζέλος.
Και τι έγινε μετά;
Οι αστυνομικοί κατάφεραν να απομακρύνουν τον όχλο. Συγκροτήθηκε περίπολος από επτά άτομα. Έβαλαν τον Ίωνα ανάμεσά τους. Πήραν πεζή τον δρόμο για το κέντρο της πόλης, ώστε να τον οδηγήσουν στο Φρουραρχείο. Ο κρατούμενος ήταν ήδη τραυματισμένος στο στήθος και στο ισχίο. Με δυσκολία κατάφερνε να σταθεί όρθιος και να περπατήσει.
Περίπου στο ύψος της οδού Αιγινήτου, κοντά στη διασταύρωση με την Παπαδιαμαντοπούλου, ένα στρατιωτικό όχημα προσπέρασε την περίπολο και στάθμευσε ακριβώς μπροστά της, εμποδίζοντάς την να προχωρήσει. Ένας λοχαγός κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πλησίασε τον επικεφαλής της περιπόλου και κάτι του ψιθύρισε στο αυτί. Ο επικεφαλής πρόσταξε τον Ίωνα να σταθεί ακίνητος. Διέταξε το άγημα να πάρει θέση. Οι στρατιώτες σκόπευσαν.
Και οι επτά σφαίρες καρφώθηκαν στο σώμα του. Ο Ίων Δραγούμης εκτελέστηκε. Αντικανονικά. Χωρίς καμία επίσημη αιτιολογία. Δίχως να υπάρξει ειδοποίηση ή κάποιο έγγραφο διάβημα. Άραγε τι σκεπτόταν βλέποντας αιμόφυρτος τα τουφέκια να σημαδεύουν; Ποια ήταν η τελευταία σου σκέψη, αγάπη μου; Τη στιγμή πάντως που το αίμα του κυλούσε στο χώμα, ο Εμμανουήλ Μπενάκης ξεφυσούσε ανακουφισμένος μαθαίνοντας πως ο πρωθυπουργός έχαιρε άκρας υγείας στο Παρίσι.

Η Μαριάνθη ακουμπάει τον δίσκο με το κομμένο πορτοκάλι και το καυτό τσάι μπροστά στην κυρία Δέλτα, ύστερα βγαίνει στη βεράντα.
«Ξουτ! Ξουτ!» την ακούει η συγγραφέας να φωνάζει. «Φύγε από δω! Γέμισες τον κόσμο με κουτσουλιές!»
Ξαναμπαίνει.
Ο Εθνικός Ύμνος διακόπτεται.
«Έλληνες!» Η φωνή στο ραδιόφωνο. «Έλληνες προσοχή!»
«Οχ», κάνει η Μαριάνθη. (Η διαίσθησή της δεν τη γελάει.)
«Προσοχή! Προσοχή! Η πρωτεύουσα περιέρχεται εις χείρας των κατακτητών. Επάνω εις τον Ιερόν Βράχον της Ακροπόλεως εστήθη το λάβαρον της βίας. Ο φρουρός της σημαίας μας, διαταχθείς να την υποστείλει διά να ανυψωθεί η γερμανική, ηυτοκτόνησε ριφθείς εις το κενόν από του σημείου όπου ευρίσκετο η γαλανόλευκος».
Οι δύο γυναίκες μένουν αμίλητες, μαρμαρωμένες.
«Προσοχή! Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα!
»Έλληνες! Μην τον ακούτε!
»Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής νίκης! Ζήτω το έθνος των Ελλήνων!»
«Κυρία Δέλτα…» ψελλίζει η Μαριάνθη.
Δε γυρνάει να την κοιτάξει. Δεν κάνει την παραμικρή κίνηση. Είναι ολότελα βυθισμένη στις σκέψεις της. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς αποτύχαμε; Γιατί κάποτε σκοτώναμε τα παιδιά μας ενώ θα έπρεπε να είμαστε ενωμένοι και δυνατοί; Γιατί χάσαμε τόσο χρόνο σπαταλώντας το δικό μας αίμα;
Ο Ίων ήταν Έλληνας και τον δολοφόνησαν Έλληνες.
Ουδέποτε το χώρεσε ο νους της.
Το 1920 είχε εγκαταλείψει τη διπλωματία. Ήταν βουλευτής Φλωρίνης. Και τον εκτέλεσαν στη μέση ενός δρόμου. Παράνομα. Χωρίς καταγγελία. Χωρίς επίσημη διαταγή. Ένας λοχαγός ψιθύρισε κάτι στον επικεφαλής της περιπόλου και οι κάννες στράφηκαν προς το μέρος του.Οι ελληνικές κάννες.
«Ζήτω το έθνος μας!» επαναλαμβάνει ο εκφωνητής. «Ζήτω η Ελλάς!»
Πάλι ο Εθνικός Ύμνος.
«Θα τα καταφέρουμε», λέει η Μαριάνθη. «Θα τα καταφέρουμε».
Η έπαυλη Θων. Απέναντι από το καφενείο Παρθενών.
Εκεί ακριβώς όπου τώρα θα γίνεται η παράδοση της πόλης στους Γερμανούς. Εκεί τον συνέλαβαν πριν από είκοσι ένα χρόνια. Από εκεί ξεκίνησε η πορεία του προς τον σταυρό.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Το ξέρω πως είμαι τρελή∙ μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει… 

Ιούνιος του 1908. Η Πηνελόπη Δέλτα βρίσκεται σε ένα σανατόριο στα περίχωρα της Βιέννης. Είναι μια γυναίκα με κηλιδωμένη ζωή. Σε αυτό το άσυλο των ταλαιπωρημένων ψυχών, μακριά από τις κόρες της, την έστειλαν για να ξεχάσει τον Ίωνα Δραγούμη, τον γοητευτικό διπλωμάτη που αγάπησε παράφορα, τον άνθρωπο που έγινε η αιτία να κλυδωνιστεί ο γάμος της. Όμως η επίσκεψή του εκεί τα αλλάζει όλα. Με φόντο τις καταπράσινες ερημιές και τα μεσαιωνικά πλακόστρωτα της κεντρικής Ευρώπης θα παλέψει για τη λύτρωση της καρδιάς της, ζώντας μαζί του τρεις μέρες που θα τη σημαδέψουν για πάντα.

Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Αθήνα, και εκείνη, καθηλωμένη στο σαλόνι του σπιτιού της στην Κηφισιά, επιχειρεί τον τελευταίο απολογισμό της ζωής της, έχοντας πάρει μια μοιραία απόφαση. Να ανταμώσει στον ουρανό τον άντρα που στερήθηκε κάποτε.

Το Ιστορία χωρίς όνομα είναι ένα βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για το πάθος και την απώλεια, για τον έρωτα και τη μνήμη, για τις δεσμεύσεις της οικογένειας, για το σκοτάδι του πολέμου και τις πιο δραματικές στιγμές της Ελλάδας.

Βασισμένος στα ημερολόγιά της, ο Στέφανος Δάνδολος αποτίει φόρο τιμής στον εύθραυστο ψυχισμό της σπουδαιότερης Ελληνίδας συγγραφέως του εικοστού αιώνα.

womantoc