12-13-3–2-thumb-large

γράφει η Γιώτα Αγαπητού

Το ρολόι πάνω στον ξεφλουδισμένο τοίχο έδειξε δώδεκα. Ήταν η ώρα που η Μαρούσκα έπρεπε να ταΐσει το Δημήτρη της. Τον άντρα που είχε παντρευτεί πριν από πενήντα χρόνια, όταν ακόμα μένανε και οι δύο στην οδό Λένιν, στο Σοχούμι της Μαύρης Θάλασσας. Μία πόλη που ήταν πλημμυρισμένη από τη γλυκιά μυρωδιά που αναδύονταν από τις ανθισμένες πορτοκαλιές και λεμονιές, από την μία άκρη της πόλης έως την άλλη, καθώς έμπαινε η άνοιξη. και ήταν περιτριγυρισμένη από ήλιο και θάλασσα. κάτι το οποίο την είχε καταστήσει σημαντικό εμπορικό λιμάνι ήδη από την αρχαιότητα. Με τους κατοίκους της να ζουν και να συνυπάρχουν αρμονικά σ’ ένα συνονθύλευμα λαών και πολιτισμών που το κουμμουνιστικό καθεστώς είχε ενώσει επιβάλλοντας τα θέλω του.

Η Μαρούσκα ήταν κόρη Ποντίων, που οι ρίζες της οικογένειάς της χάνονταν στους αιώνες. Στον μεγάλο, άγνωστο για πολλούς, διωγμό του Στάλιν κατά των Ελλήνων και των Ποντίων, που διεξήχθη από το 1937 έως το 1949, η οικογένειά της εστάλη εξόριστη στη Σερβία. Ο πατέρας της, έμπορος στο επάγγελμα, βρέθηκε εν μία νυκτί κατηγορούμενος λόγω σκευωρίας. Έτσι λοιπόν ένα χειμωνιάτικο πρωινό φόρτωσαν εκείνον και την οικογένειά του σ’ ένα βαγόνι γεμάτο και άλλες ανθρώπινες ψυχές στέλνοντάς τους στη Σιβηρία.  Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα γι’ ανθρώπους που είχαν μάθει να ζουν κάτω από τη ζεστασιά του ήλιου και της θάλασσας, σ’ ένα τόπο εξόριστοι όπου ο χειμώνας δε λέει να τελειώσει.

Η Μαρούσκα ποτέ δε θα ξεχάσει το πόσο υπέφεραν από την πείνα και το κρύο. Τα μάτια της πλημμύριζαν από δάκρυα κάθε φορά που έβλεπε την μικρότερη αδερφή της, την Κάτια, να λιώνει από τη φυματίωση. Στη μνήμη της έχει αποτυπωθεί έντονα η στιγμή που η Κάτια ξεψύχησε στα χέρια της.

Η οικογένειά της έμεινε εξόριστη τέσσερα ολόκληρα χρόνια στη Σιβηρία, κάτι που στα παιδικά μάτια της Μαρούσκας αποτυπώθηκε έντονα. Λίγους μήνες αφ’ ότου γύρισαν στο Σοχούμι ο πατέρας πέθανε λόγω των κακουχιών και της στεναχώριας που είχε περάσει. Η Μαρούσκα με τη μάνα και την αδερφή της αναγκάστηκαν να πιάσουν αμέσως δουλειά. Εκείνη βρήκε εργασία στο εργοστάσιο κατασκευής στεφανιών για επίσημες και όχι μόνο εκδηλώσεις που έστελναν σε όλη τη χώρα. Τα λεφτά που κέρδιζε ήταν πολύ ικανοποιητικά. Το μίσος όμως φώλιαζε μέσα στην καρδιά της για το αυταρχικό καθεστώς που τους είχε στείλει στην εξορία με όλες της συνέπειες. Τα βράδια γυρίζοντας κατάκοπη από τη δουλειά ονειρευόταν ότι πετούσε ελεύθερη σαν πουλί, μακριά από αυτή τη χώρα, ταξιδεύοντας προς το άγνωστο.

Ο Δημήτρης, ποντιακής καταγωγής και κείνος, ήταν άνθρωπος ήπιων τόνων, που αποδέχονταν τα γεγονότα καρτερικά. Τελείωσε τη σχολή της ζαχαροπλαστικής με άριστα και ήταν καλός στη δουλειά του. Έτσι, καθώς ήταν ονειροπόλος, πολλές φορές κρυφά από το καθεστώς για το οποίο δούλευε, έφτιαχνε γλυκά για τους φίλους του που θύμιζαν μικρά έργα τέχνης, τόσο για την εμφάνισή τους όσο και για τη νοστιμιά τους.

Με τη Μαρούσκα παρόλο που ζούσαν στην ίδια γειτονιά γνωρίζονταν  ελάχιστα, μέχρι εκείνη την καλοκαιριάτικη νύχτα όπου μία παρέα νέων, αγοριών και κοριτσιών, αποφάσισε να κάνει μπάνιο στα κρυσταλλένια νερά της Μαύρης Θάλασσας. Η ατμόσφαιρα καθώς ήταν άκρως ερωτική και παιχνιδιάρικη, έφερε τους δύο νέους πολύ κοντά, κάνοντάς τους να ερωτοτροπούν. Δύο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί, που όμως ο σεβασμός και η αγάπη που ακολούθησε θα τους οδηγούσε σε μία κοινή πορεία ζωής πάνω από πενήντα χρόνια. Μία πορεία γεμάτη δυσκολίες, αλλά και στιγμές ευτυχίας, στιγμές ανεκτίμητες και για τους δύο. Ένα χρόνο μετά τη γνωριμία τους το ζευγάρι θα τελέσει πολιτικό γάμο στο δημαρχείο της πόλης, ενώ μερικά βράδια αργότερα παρέα με φίλους θα τελέσουν δίπλα στη θάλασσα γάμο και θα δώσουν όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης ζητώντας την ευλογία των προγονικών θεών τους.

Η Μαρούσκα θα φέρει στον κόσμο δύο γιους, τον Γιώργο και τον Κώστα, ενώ η κόρη της θα βγει από τα σπλάχνα της νεκρή. Ένας ακόμη θάνατος που θα τη σημαδέψει βαθιά.

Δεκαετία του ογδόντα και η Μαρούσκα ονειρεύεται ότι φεύγει μακριά από το Σοχούμι μαζί με την οικογένειά της που υπεραγαπά. Εξάλλου, εκείνη είναι πραγματικά ο αρχηγός της οικογένειας. Ο Δημήτρης στα δύσκολα δε μπορεί να πάρει αποφάσεις, απλά ακολουθεί τη γυναίκα του, η οποία έχει υποταχθεί στο γάμο της.

Τέλη της δεκαετίας του ογδόντα και η Σοβιετική Ένωση μπαίνει σιγά σιγά όπως και άλλες χώρες με το ίδιο καθεστώς στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ο τελευταίος πρόεδρος του παλαιού καθεστώτος, ο Μπορίς Γέλτσιν, θα υπογράψει την τελευταία πράξη μίας ένωσης κρατών που στην ουσία το μόνο που τους ένωνε ήταν το αυταρχικό καθεστώς και τίποτε άλλο.

1993 και ξεσπάει ο πόλεμος στην Τσετσενία. Η Ελληνική κυβέρνηση τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς θα στείλει πλοίο σε μία επιχείρηση για τη διάσωση των εκεί κατοίκων ελληνικής καταγωγής με την ονομασία «Χρυσόμαλλο Δέρας». Η διαταγή προς όλους που θέλουν να ταξιδέψουν με το πλοίο είναι να πάρουν μόνο τα τελείως απαραίτητα. Ο Δημήτρης για μία ακόμη φορά διστάζει, μιας και πιστεύει πως θα φτιάξουν τα πράγματα και γι’ αυτό το λόγο ζητάει από τη Μαρούσκα να μη φύγουν, εκείνη όμως είναι ανένδοτη πιστεύοντας πως η παραμονή τους εκεί είναι ανώφελη. Σ’ ένα μπόγο θα βάλει από μία αλλαξιά ρούχα για όλους και τα μαξιλάρια των παιδιών της. Στην τσέπη της έχει ελάχιστα χρήματα και στην ψυχή της έναν απέραντο φόβο, αλλά ο Δημήτρης δεν θα το μάθει. Εκείνος πρέπει να πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά. Τη στιγμή που το πλοίο λύνει τις άγκυρες η Μαρούσκα γυρίζει την πλάτη στην πόλη που λάτρεψε, κοιτάζει μόνο μπροστά, έτσι και αλλιώς δεν περισσεύουν ώρες για κλάματα. Αυτή τη φορά θα πάρει με δική της θέληση το δρόμο της εξορίας.

Μετά από αρκετές μέρες στη θάλασσα το καράβι πιάνει λιμάνι σε μια πόλη της Βόρειας Ελλάδας. Εκεί η Μαρούσκα με την οικογένειά της αποφασίζει να κατέβουν. Οι μέρες που μεσολαβούν μέχρι να ταχτοποιηθούν δύσκολες, γεμάτες γραφειοκρατία και διατυπώσεις, αλλά εκείνη για μία ακόμα φορά τα καταφέρνει, παρόλο που δε μιλούν καθόλου ελληνικά, με αποτέλεσμα η καθημερινότητα τους να είναι αβάσταχτη.

Η οικογένεια θα νοικιάσει ένα υπόγειο δυάρι. Η Μαρούσκα βρίσκει δουλειά ως καθαρίστρια, αλλά και προσέχοντας ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ ο Δημήτρης δουλεύει εργάτης στις οικοδομές. Τα παιδιά πηγαίνουν στο εσπερινό σχολείο για να πάρουν απολυτήριο από το λύκειο. Μετά από χρόνια η Μαρούσκα θα λέει γεμάτη υπερηφάνεια ότι δεν εκμεταλλευτικέ ούτε για μία στιγμή την πατρογονική της γη, όπως ίσως να έκαναν άλλοι συμπατριώτες της που ήρθαν και κείνοι από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Έχουν περάσει σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια από την ημέρα εκείνη που η Μαρούσκα με την οικογένειά της αφήσανε για πάντα το Σοχούμι. Τα παιδιά της μεγάλωσαν και έκαναν και κείνα δικά τους παιδιά, ενώ εκείνη εδώ και λίγους μήνες παλεύει με την κατάθλιψη. Το συρτάρι της κουζίνας του υπόγειου διαμερίσματος της οδού: Μικράς Ασίας 35, είναι γεμάτο αντικαταθλιπτικά χάπια, ενώ ο Δημήτρης της εδώ και ένα χρόνο είναι κατάκοιτος στο κρεβάτι εξαιτίας ενός εγκεφαλικού επεισοδίου. Τώρα που έχουν μείνει οι δυο τους στο δυάρι που στοίβαξε την οικογένεια τους και όλες τις όμορφες και δύσκολες στιγμές που περάσανε, αυτές οι μέρες φαίνονται πια τόσο μακρινές και το δυάρι τόσο άδειο. Η Μαρούσκα νιώθει αφόρητα μόνη, καθώς το μαύρο πέπλο της μελαγχολίας έχει σκεπάσει την ψυχή της. Πολλές φορές μιλάει για τα περασμένα στο Δημήτρη της, που την ακούει έχοντας τα μάτια βουρκωμένα, ενώ εκείνη για τίποτα απ’ όσα έζησε δεν έχει μετανιώσει. Πολλές φορές κοιτάζει από το παράθυρο το δρόμο, όπου την άνοιξη στροβιλίζονται μικρά άνθη αμυγδαλιάς, καθώς ο άνεμος τα παρασέρνει. Το ρολόι στον τοίχο δείχνει δώδεκα, είναι η ώρα να ταΐσει τον Δημήτρη της.

epaggelmagynaika.gr