nouar
Ο Βίντσε Κόρσο είναι ένας γοητευτικός καθηγητής φιλολογίας. Μέχρι πρότινος δούλευε ως αναπληρωτής περιμένοντας την πολυπόθητη μονιμοποίησή του. Αλλά κουράστηκε από την αβέβαιη αναμονή και αποφάσισε να αλλάξει επαγγελματική κατεύθυνση. Με τα τελευταία του λεφτά άνοιξε ένα γραφείο συμβουλευτικής βιβλιοθεραπείας, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η λογοτεχνία μπορεί να λύσει τα πάντα, ακόμα και τα προβλήματα υγείας. Φτάνει να διαβάσεις το σωστό βιβλίο ανάλογα με την περίπτωση. Μέχρι που εξαφανίζεται η μανιώδης βιβλιόφιλη γηραιά κυρία του κάτω ορόφου. Η ζωή της γειτονιάς ταράζεται και φήμες αρχίζουν να φυτρώνουν παντού. Το μόνο ίχνος που άφησε πίσω της η κυρία Παρόντι είναι μια λίστα των βιβλίων που διάβασε πρόσφατα. Ακολουθώντας αυτή τη λίστα ο Βίντσε θα προσπαθήσει να λύσει το μυστήριο.
Ο Βίντσε είναι ένας ρομαντικός. Γοητευτικός, ανασφαλής, δεν φοβάται να παραδεχθεί τα λάθη του. Ολες οι γυναίκες τού λένε ότι εμφανισιακά μοιάζει στον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Ακόμα και η καταγωγή του έχει ρομαντική χροιά. Είναι καρπός μιας φευγαλέας σχέσης, που είχε η μητέρα του όταν δούλευε ένα καλοκαίρι σε ένα ξενοδοχείο της Κυανής Ακτής, με έναν γάλλο πελάτη. Το μόνο που έχει από τον πατέρα του είναι τρία βιβλία που ξέχασε φεύγοντας από το ξενοδοχείο. Στέλνει κάθε μέρα μια καρτ ποστάλ με τα νέα του, στον πατέρα του στο ξενοδοχείο όπου συναντήθηκαν οι γονείς του, αφήνοντας κενό το όνομα του παραλήπτη. Ο κόσμος του είναι τα βιβλία και η μουσική. Του αρέσει να κρατά σημειώσεις για τους ήρωες των μυθιστορημάτων που του κάνουν εντύπωση: τι ρούχα φοράνε, τι πίνουν, πώς ζουν. Στο διαμέρισμά του το κλαρινέτο είναι σε περίοπτη θέση. Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου ξεκινά με τους στίχους ενός σανσόν, που προαναγγέλλει κατά κάποιον τρόπο την εξέλιξη.
Ο Στάσι γράφει ένα βιβλίο για τα βιβλία, τη μουσική και την πόλη που αγαπά: τη Ρώμη. Στις σελίδες του παρελαύνουν συγγραφείς όπως ο Χόθορν, ο Χέμινγουεϊ, ο Φάντε, ο Αμάντο, ο Πιραντέλο, ο Μπαλζάκ, ο Γκαρί, ο Σιμενόν. Μια ντριμ τιμ της λογοτεχνίας. Οι συζητήσεις που κάνει ο ήρωας με τον βιβλιοπώλη φίλο του Εμιλιάνο θα συναρπάσουν κάθε αναγνώστη, ο οποίος θα θέλει να πάρει κι αυτός μέρος στην κουβέντα τους. Η Ρώμη του Στάσι δεν έχει μεγάλη σχέση με τη Ρώμη που γνωρίζουν οι τουρίστες. Είναι λαμπερή, μεγαλοπρεπής, χριστιανική αλλά και σκοτεινή, λαϊκή και παγανιστική ταυτόχρονα. Οι ήρωές του κινούνται στις μικρές πλατείες, στις λαϊκές πολυκατοικίες, στιως βαριές σκιές των μνημείων. Κάθε πόρτα κρύβει μέσα της ένα μυστικό.
Οι γυναίκες είναι που κυριαρχούν
Οι άντρες είναι έξυπνοι και γοητευτικοί όπως ο Βίντσε, κυνικοί και ονειροπόλοι όπως ο Εμιλιάνο, παραδομένοι που αποζητούν τη λύτρωση όπως ο κύριος Παρόντι, αυτόκλητοι προστάτες της ευμάρειας και της ασφάλειας όπως ο Γκάμπριελ. Αν και ανήκουν στο ισχυρό φύλο, οι γυναίκες κυριαρχούν και οδηγούν την ιστορία. Η αποφασιστική κυρία Παρόντι, η σπιτονοικοκυρά κυρία Ντόλινερ – με ύφος ρωμαίας πατρικίας και δηκτική γλώσσα -, ακόμα και οι ασθενείς του Βίντσε, η Μελίσα, η Ηλέκτρα, η Μαργκερίτα, η Ελενα είναι έτοιμες να αντιπαρατεθούν, να διεκδικήσουν, να προασπίσουν τον δικό τους ζωτικό χώρο. Κι όλα αυτά υπό τον ήχο των τραγουδιών του Ζακ Μπρελ, του Ιβ Μοντάν, του Κλοντ Φρανσουά, της Εντίτ Πιαφ, της Δαλιδά.
Ο Φάμπιο Στάσι είναι συγγραφέας, υπεύθυνος ιταλικής λογοτεχνίας σε γνωστό εκδοτικό οίκο της Ιταλίας και ταυτόχρονα εργάζεται σε μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της Ρώμης. Πρωτοεμφανίστηκε στον συγγραφικό χώρο το 2006. Εχει γράψει επτά μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια αλλά και βιβλία για παιδιά. Το 2013 γνώρισε μεγάλη επιτυχία χάρη στο μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος χορός του Σαρλό», το οποίο μεταφράστηκε σε 19 χώρες, ενώ στην Ιταλία τιμήθηκε με έξι βραβεία μεταξύ των οποίων και το Premio Campiello. Το 2016 «Η χαμένη αναγνώστρια», το πρώτο βιβλίο του που εκδίδεται στη χώρα μας, κέρδισε το βραβείο Scerbanenco για το καλύτερο νουάρ μυθιστόρημα της χρονιάς.
Βιβλιοφιλία
Αναφορές σε γνωστούς και άγνωστους συγγραφείς
Αν δεν είσαι φανατικός βιβλιόφιλος, όπως ο συγγραφέας, δύσκολο έως αδύνατο να γράψεις βιβλίο τέτοιο. Παράλληλα είναι και ένα εξαιρετικό δείγμα μεσογειακού νουάρ, με την ένταση να κορυφώνεται στις τελευταίες σελίδες. Το στυλ του συγγραφέα έχει ελαφράδα και χιούμορ. Αυτό που το κάνει ξεχωριστό και ευχάριστο στο διάβασμα είναι η μελετημένα εκλεπτυσμένη απλότητά του. Το αποτέλεσμα είναι μια ρέουσα ιστορία με άμεσες και έμμεσες λογοτεχνικές αναφορές, ενταγμένες τέλεια στο κείμενο. Ο αναγνώστης τις διαβάζει νιώθοντας μια γλυκιά ενοχή όταν πέφτει σε άγνωστο κείμενο και μια ταύτιση με τον ήρωα όταν πέφτει σε γνωστό. Το πάντρεμα της «υψηλής λογοτεχνίας» με την αγωνία του νουάρ είναι απόλυτα πετυχημένο. Είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα στο οποίο ο αναγνώστης θέλει να φτάσει γρήγορα στο τέλος αλλά από την άλλη δεν θέλει να τελειώσει ποτέ. Τρεις επιθυμίες γεννιούνται όταν τελειώσει το βιβλίο: να γνωρίσεις τη Ρώμη του Βίντσε Κόρσο, να ακούσεις τις μουσικές του και να διαβάσεις ή να ξαναδιαβάσεις τα βιβλία που αναφέρονται – δυστυχώς κάποια από αυτά είναι ακόμα αμετάφραστα στη γλώσσα μας.
Το βιβλίο ευτύχησε να έχει μια πολύ φροντισμένη έκδοση, με ένα ωραίο παράρτημα στο τέλος όπου αναφέρονται συγκεντρωτικά όλα τα βιβλία που συναντάμε μέσα, μαζί με τις συμβουλές του Βίντσε για το τι ταιριάζει σε κάθε περίπτωση. Ο Χρήστος Κούρτογλου φιλοτέχνησε ένα από τα ωραιότερα εξώφυλλά του και η εξαιρετική μετάφραση που αποδίδει την ελαφρότητα, το χιούμορ και τη λεπτή ειρωνεία του συγγραφέα ανήκει στη Δήμητρα Δότση.