1_IDmOZqpWuRzdcabgQC5diA

Εικοσάρης άφησε τις γειτονιές του Βύρωνα, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να συνεχίσει τις μουσικές του σπουδές στην Αγία Πετρούπολη. Μέσα σε δέκα χρόνια το αστέρι του ανέβηκε τόσο ψηλά στο μουσικό στερέωμα της αναγεννώμενης από τις στάχτες της Ρωσίας, που έφτασε να αναγνωρίζεται ως διάδοχος των μεγάλων μαέστρων της. Σήμερα, στα 35 του, το κοινό γεμίζει ασφυκτικά τα θέατρα σε κάθε του εμφάνιση, ενώ έχει ήδη σωρεύσει πλήθος διακρίσεων – μεταξύ αυτών «Μαέστρος της Χρονιάς» το 2005 και «Καλύτερος Μαέστρος του Μουσικού Θεάτρου» (όπερα, μπαλέτο κ.λπ.) φέτος.

Εκρηκτική προσωπικότητα, ο Ελληνας Θεόδωρος Κουρεντζής ταράζει συνεχώς τα μουσικά ύδατα στη Ρωσία, είτε με τις ρηξικέλευθες παραγωγές της Οπερας του Νοβοσιμπίρσκ, την οποία οδήγησε στην πρώτη γραμμή ενδιαφέροντος αναλαμβάνοντας πριν από τρία χρόνια την καλλιτεχνική της διεύθυνση, είτε με το διεθνές φεστιβάλ «Τεριτόρια», που από πέρυσι συνδιευθύνει στη Μόσχα (πρωτοβουλία της προεδρίας Πούτιν), είτε με τις συναυλίες μιας ορχήστρας σολιστών που δημιούργησε και διευθύνει, της Musica Aeterna – με την οποία έρχεται τώρα να εμφανιστεί για πρώτη(!) φορά και στην πατρίδα του.

Θα δώσουν δύο συναυλίες στο Φεστιβάλ Αθηνών με διαφορετικό πρόγραμμα η καθεμιά και μάλιστα σε διαφορετικό χώρο: η πρώτη στο Μέγαρο Μουσικής (ερχόμενη Τετάρτη), με σολίστα τον κορυφαίο της βιόλας Γιούρι Μπασμέτ, και η άλλη (την επομένη) στην Πειραιώς 260. Στο πρόγραμμα, έργα κλασικά αλλά και σύγχρονα – όλα «χιτ» της ορχήστρας και του μαέστρου της, αφού έχουν χαλάσει κόσμο στη Ρωσία.

Κάποια μαύρα μεσάνυχτα της περασμένης εβδομάδας κατορθώσαμε να μιλήσουμε στο τηλέφωνο με τον πολυάσχολο νεαρό μαέστρο, «χαμένο» στις μύριες υποχρεώσεις του μεταξύ Μόσχας και Νοβοσιμπίρσκ:

– Σπουδάσατε πιάνο, βιολί, τραγούδι, θεωρητικά, διεύθυνση ορχήστρας και σύνθεση. Γιατί απ’ όλ’ αυτά επιλέξατε μαέστρος;

– Μάλλον αυτό με επέλεξε. Ήταν κάτι που το κατάφερνα καλύτερα – από τη φύση μου. Να μπορώ να εμπνέω τους άλλους και να τους κατευθύνω προς αυτό που οραματίζομαι. Προς το σημείο που πιστεύω ότι πρέπει να οριοθετηθεί το ον της τέχνης. Τουλάχιστον αυτή είναι η ελπίδα και η ψευδαίσθηση που τρέφω. Ολοι ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι ο έρωτας υπάρχει.

– Μείνατε στη Ρωσία μετά τις σπουδές σας επειδή εκεί σας δόθηκαν ευκαιρίες;

– Βέβαια. Εδώ μ’ εμπιστεύθηκαν ήδη από τα 23 μου να διευθύνω τη Φιλαρμονική του Λένινγκραντ. Ο δάσκαλός μου, ο θρυλικός Ιλία Μούσιν, μ’ αγαπούσε πολύ και επειδή όλοι οι σύγχρονοι μεγάλοι μαέστροι ήταν μαθητές του (Γκεργκίεφ, Τερμικάνοφ κ.ά.), με προόριζαν για μαέστρο στο Θέατρο Μαριίνσκι της Πετρούπολης. Πώς λοιπόν να τα παρατούσα όλ’ αυτά και να γύριζα στην Ελλάδα, όπου κανείς δεν με είχε καλέσει μέχρι τώρα ούτε για μία συναυλία…

Έχτισα κάτι καινούργιο

– Τι σας έκανε, εσείς, ο εκλεκτός της Πετρούπολης και της Μόσχας, να «εξοριστείτε» στη Σιβηρία, αναλαμβάνοντας την Οπερα του Νοβοσιμπίρσκ;

– Ποια «εξορία»; Το Νοβοσιμπίρσκ είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ρωσίας, μ’ έναν καταπληκτικό περίγυρο μεγάλων επιστημόνων, καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων, μια δύναμη που έδινε πάντα εναλλακτικές λύσεις στη Ρωσία. Διαθέτει, δε, ένα πανέμορφο θέατρο, που είναι και το μεγαλύτερο της Ευρασίας, με 3.500 θέσεις, κι ένα πιτ ορχήστρας που χωράει 150 μουσικούς. Κοιτάξτε, όταν πέθανε ο Μούσιν, άρχισαν στην Αγία Πετρούπολη διάφορες αντιζηλίες, στις οποίες δεν είχα καμιά διάθεση να αναμειχθώ και γι’ αυτό έφυγα στη Μόσχα. Είχε συζητηθεί το όνομά μου να αναλάβω το Μπολσόι, το οποίο είναι βέβαια ένα ιστορικό θέατρο, αλλά έχει κι αυτές τις λίμνες των κύκνων που δεν μπορείς να τις αποξηράνεις. Θεώρησα πολύ δελεαστική την πρόταση να αναλάβω την Οπερα του Νοβοσιμπίρσκ, γιατί εκεί μπορούσα να χτίσω από την αρχή κάτι καινούργιο. Κι αυτό είναι πολύ βασικό για μένα, που έχω μια πολύ συγκεκριμένη άποψη για την όπερα.

– Ποια είναι αυτή;

– Ότι η όπερα δεν είναι «ψυχολογικό» είδος τέχνης. Είναι πιο κοντά στο ορατόριο, στην τελετουργική τέχνη παρά στην παραστατική. Κι εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα – γιατί αυτοί οι αισχροί τραγουδιστές κατέστρεψαν αυτή την τέχνη τον 20ό αιώνα, αφού η κάθε χοντρή πριμαντόνα ήθελε να ράψει το είδος στα μέτρα της. Κι έτσι η όπερα έγινε ένα είδος όπου πράγματα καθόλου αληθοφανή έπρεπε να στριμωχτούν στη σύμβαση του «ψυχολογισμού». Κι εκεί χάθηκε το παν.

Ένα μουσικό γκέτο

– Γιατί δημιουργήσατε την ορχήστρα Μusica Aeterna; Δεν υπήρχε ορχήστρα στην Οπερα του Νοβοσιμπίρσκ;

– Υπάρχουν μεγάλες και αξιόλογες ορχήστρες – είμαι διευθυντής σε τρεις αυτή τη στιγμή. Δημιούργησα τη Musica Aeterna, πρώτον γιατί εξειδικεύομαι στην ερμηνεία μουσικής με όργανα εποχής και δεύτερον γιατί δεν μου αρκεί μια καλή ορχήστρα, θέλω μια καλή ορχήστρα που να ασχολείται και με την εξέλιξη της μουσικής. Δεν αντέχω αυτό το πράγμα που γίνεται στη Δύση, όπου μόλις λήξει το ωράριο, οι μουσικοί παρατάνε αμέσως την πρόβα. Σαν την πόρνη που έτσι και κάτσει λίγο παραπάνω ο πελάτης, τον χτυπάει στον ποπό και του λέει «Ε, αγάπη μου, τι, θα παντρευτούμε;». Η μουσική όμως δεν είναι έτσι, η μουσική είναι σαν τον έρωτα. Θέλει αφοσίωση. Εκανα λοιπόν μια πειραματική ορχήστρα, παίρνοντας τους καλύτερους σολίστ απ’ όλη τη Ρωσία. Και φτιάξαμε ένα μουσικό γκέτο. Εναν καταυλισμό, ας πούμε, όπου οι άνθρωποι που ζουν εκεί βλέπουν όλοι μαζί φιλμ του Ντράγερ, διαβάζουν Ρίλκε στα γερμανικά, μεταφράζουν Πάουλ Τσέλαν, ακούν διάφορες ηχογραφήσεις, κάνουν πρόβα χωρίς να κοιτάνε το ρολόι – μερικές φορές φτάνουμε και το δωδεκάωρο… Ενα μοναστήρι. Γι’ αυτό και η επαφή αυτής της ορχήστρας με τη μουσική είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Πράγμα που ελπίζω να δείτε και στις συναυλίες μας στην Αθήνα.

Χαρακτηριστικό, η ύπνωση

– Ποιο θα λέγατε ότι είναι το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικής σας τέχνης;

– (Μικρή παύση). Η ύπνωση. Αν οι μουσικοί πρώτα δεν περάσουν σε μια κατάσταση νιρβάνας, δεν περνάει αυτό στο κοινό με τίποτα. Οι μουσικοί περνάνε σ’ έναν άναρχο χώρο πνευματικό, όπου ισχύουν άλλοι κανόνες… Είναι δύσκολο να εξηγήσεις αυτά τα πράγματα. Αφού κι εμείς ακούγοντας τις ηχογραφήσεις λέμε μερικές φορές «τώρα αυτό πώς βγήκε;». Είναι μια καινούργια γλώσσα.

– Πώς βλέπετε την προοπτική ανοίγματός σας στη Δύση;

– Κάνω αρκετά πράγματα σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία… Αυτή τη στιγμή έχω συμβόλαια με τη Φιλαρμονική του Λονδίνου και για τρία χρόνια με την Οπερα της Βαστίλλης. Με κάλεσαν επίσης για εμφανίσεις σε Αμερική, Τόκιο κ.α. Η Ρωσία είναι η βάση μου όμως.

– Θα λέγατε ότι είναι μίζερα τα ελληνικά μουσικά πράγματα για ένα νέο μαέστρο;

– Νομίζω πως αν ζούσα στην Ελλάδα δεν θα ήθελα καν να ασχολούμαι με τη μουσική. Κατάθλιψη παθαίνω. Ιδού τώρα η αποπομπή του Στέφανου Λαζαρίδη από τη Λυρική, αυτό το αίσχος. Είναι καταβαράθρωση αυτό που κάνουμε. Από τη μια αυτή η αντιμετώπιση από την Πολιτεία, από την άλλη ο συνδικαλισμός και όπως ασκείται. Αυτός ο ολέθριος ατομισμός. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν υπάρχει καμιά έννοια «Πολιτεία» ή «κοινωνικό όφελος» έξω από το κατώφλι του σπιτιού και του γκαράζ τους.

Συναυλίες στην Αθήνα με κλασικά και σύγχρονα… χιτ

– Με ποια σκέψη συνετέθη το πρόγραμμα των εδώ συναυλιών σας;

– Για τη συναυλία στο Μέγαρο διαλέξαμε δύο έργα που είναι και για το κοινό και για «ειδικούς»: την Παθητική του Τσαϊκόφσκι και το έργο του Καντσέλι Styx. H Παθητική συνδέεται με αναμνήσεις μου και μια παλιά υπόσχεση σε δικό μου άνθρωπο ότι θα τη διευθύνω κάποτε στην Ελλάδα. Την κάνω πολύ καλά άλλωστε, όπως λένε και οι αυστηροί μου δάσκαλοι. Αναζητήσαμε την αναθεωρημένη από τον ίδιο τον Τσαϊκόφσκι παρτιτούρα και παίζουμε με όργανα εποχής, χωρίς βιμπράτο. Είναι μια πολύ διαφορετική προσέγγιση με μεγάλο ενδιαφέρον νομίζω. Στο καταπληκτικό Styx, που θεωρείται το Κάρμινα Μπουράνα του 21ου αιώνα και το οποίο ο φίλος μου ο Καντσέλι θέλει να το ηχογραφήσουμε στην ECM, συνεργάζομαι με τον Γιούρι Μπασμέτ. Η δεύτερη συναυλία, στην Πειραιώς 260, είναι πιο κοντά σ’ αυτά που κάνουμε στο φεστιβάλ Τεριτόρια. Στο πρώτο μέρος θα παίξουμε σύγχρονα έργα σε πρώτη ελληνική εκτέλεση: Το Lacrimosa (2006) του Ντμίτρι Κουρλιάνσκι σε κείμενο του Ελληνα ποιητή Δημήτρη Γιαλαμά ο οποίος ζει στη Ρωσία και έβγαλε ένα καταπληκτικό βιβλίο που έχει εμπνεύσει πολλούς συνθέτες. Είναι έργο στρουκτουραλιστικό, όπου εμφανίζεται στη σκηνή ο ίδιος ο ποιητής. Του γίνεται καρδιογράφημα και πάνω σ’ αυτό παίζει η ορχήστρα κι εγώ κρατώ ένα τέρμιν βοξ, μια κεραία, με το οποίο αλλάζω τις συχνότητες της καρδιάς… Παίζουμε μετά ένα αριστουργηματικό κομμάτι του Ιταλού Τζιατσίντο Σκέλσι (1903-1984), που κατά τη γνώμη μου είναι ο μεγαλύτερος συνθέτης του β΄ μισού του 20ού αιώνα. Είναι το Pranam (1972), το οποίο συνέθεσε αμέσως μετά τον τραγικό θάνατο του φίλου του Γιάννη Χρήστου και της γυναίκας του, στη μνήμη των οποίων και το αφιέρωσε. Ακολουθεί το Psalom (1991) του Αρβο Περτ, έργο για έγχορδα με θιβετιανή ατμόσφαιρα. Στο β΄ μέρος της συναυλίας έχουμε το μεγάλο μας «χιτ», το Διδώ και Αινείας του Πέρσελ, το οποίο μάλιστα ηχογραφήσαμε πρόσφατα για την εταιρεία Αlpha.

Ένα κορίτσι στο κατώφλι με εμπριμέ φορεματάκι

– Τι περιθώρια προσωπικής ζωής σάς αφήνει η τόσο εντατική ενασχόληση με την τέχνη σας;

– Καθόλου. Τίποτα.

– Ούτε στον έρωτα αφήνετε περιθώρια;

– Ο έρωτας έχει τις ίδιες ακριβώς αξιώσεις με τη μουσική. Δεν μπορείς να λατρεύεις δύο θεούς ταυτόχρονα. Παρ’ όλα αυτά για μένα ο έρωτας είναι δημιουργική κατάσταση. Με κάνει να ακούω τη μουσική με άλλο τρόπο. Γενικότερα, σε κάνει να βλέπεις διαφορετικά τα πράγματα. Σε μεταστοιχειώνει, σε κάνει να θέλεις να γίνεις ο άλλος.

– Είστε άγαμος ή κάνω λάθος;

– Ναι, πώς να στεριώσει γυναίκα δίπλα μου! (γέλια)

– Θέλετε οικογένεια, παιδιά;

– Θα ήθελα, ναι. Ιδίως εκεί στη Σιβηρία, όταν με χτυπάει κάτι πρωινά το χιόνι στο πρόσωπο κι εγώ τρέχω να τακτοποιήσω τα μύρια ζητήματα, εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μου ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό στον παλιό Βύρωνα, από το ραδιόφωνο ακούγεται η λειτουργία, γυναίκες στο δρόμο κρατάνε πρόσφορα πηγαίνοντας στην εκκλησία -«καλημέρα κυρία Κατίνα», «Καλημέρα κυρία Κούλα»- και μια όμορφη κοπέλα κάθεται στο κατώφλι με τα δυο μικρά της, φοράει ένα εμπριμέ φορεματάκι και με περιμένει… Τα όνειρα του μέλλοντός μου παίζονται όλα στην παλιά μου γειτονιά.

– Για ποιο λόγο «βρίσκεστε αυτό τον καιρό σε σύγχυση», όπως είπατε προ καιρού σε μια συνέντευξή σας;

– Στον έρωτα οφείλεται. Γιατί είναι εμποδισμένος. Εγώ εδώ, εκείνη στην Ελλάδα… Σπουδαίο πράγμα ο έρωτας, αλλά εμένα με συνταράζει τόσο ώστε «χάνω το κέντρο μου πολεμώντας σ’ αυτό τον κόσμο», που λέει και ο Εζρα Πάουντ…

kathimerini.gr