Μοναξιά

γράφει η Γιώτα Αγαπητού

Οι τελευταίες  φωτεινές  ακτίνες  του ήλιου που είχαν εισβάλλει  απ το παράθυρο της κουζίνας αγκάλιαζαν όλο το χώρο, ενώ σιγά σιγά, καθώς έσβηναν  σαν κεριά που λιώνουν, έδιναν τη θέση τους στο σούρουπο.

Ένας  άνδρας γύρω  στα πενήντα πέντε καθισμένος σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι προσπαθεί για μια ακόμα φορά, όπως συνηθίζει τα τελευταία πέντε χρονιά, να ετοιμάσει τον καφέ του. Στο διπλανό δωμάτιο η μητέρα του, μια ογδοντάχρονη γυναίκα, βλέπει ένα από τα αγαπημένα της δακρύβρεχτα σήριαλ σκοτώνοντας τη βαριεστιμάρα της.

Ο Θωμάς μένει με την μητέρα του μια ολόκληρη ζωή. Ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν ο Θωμάς ήταν τριών ετών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να τον θυμάται μόνο μέσα από ξεθωριασμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Η απώλεια αυτή τον έκανε να έχει απέραντη εξάρτηση από τη μητέρα του, η όποια για να επιβιώσει, εκείνη και το παιδί της, έκανε διαφορές δουλείες του ποδαριού. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Θεανώ δε θέλησε πότε να παντρευτεί, αν και της έκαναν πολλά προξενιά τα οποία απέρριπτε, μένοντας αφοσιωμένη στον μονάκριβο γιο της. Μια σχέση που θα σημάδευε τον Θωμά και θα καθόριζε υποσυνείδητα τις επιλογές του. Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα, άριστος μαθητής και φοιτητής, τέλειωσε το πανεπιστήμιο χωρίς να χρωστάει κανένα μάθημα. Στην Αθήνα δούλευε σε μπαράκια  και καφετερίες για να μπορέσει να ζήσει, βοηθώντας τη μητέρα του. Μια μητέρα που είχε γαντζωθεί πάνω του και δεν τον άφηνε ν’ αναπνεύσει. Η οποία ήταν επικριτική απέναντι στις  παρέες του, αλλά ακόμα και στις σχέσεις του με τις γυναίκες.

Ο Θωμάς διορίστηκε σχεδόν αμέσως σαν καθηγητής στον τόπο του, σε ένα ορεινό χωριό της Στέρεας Ελλάδας. Στο σχολείο όλοι, μαθητές και καθηγητές, μόνο  καλά  λόγια είχαν να πουν. Ο Θωμάς λάτρευε την ταχύτητα που του προσέφεραν οι μεγάλου κυβισμού μηχανές και τα γρήγορα αυτοκίνητα, που συνοδεύονταν από εντυπωσιακές  γυναίκες. Η αγάπη του για την ταχύτητα οφειλόταν στο ότι τον έκανε να νιώθει πραγματικά ελεύθερος, ενώ τις γυναίκες τις έβλεπε πάντα ως τρόπαια, αλλά και ως διασκέδαση. Αγαπούσε τους μαθητές του, μα πότε δεν ονειρευόταν ν’ αποκτήσει δικά του παιδιά. Ακόμη και η σκέψη της συντροφικότητας τον τρόμαζε, μόνη του έγνοια ήταν να περνά καλά και να φροντίζει την μητέρα του που δεν της χαλούσε κανένα χατίρι. Έξαλλου εκείνη φρόντιζε να του θυμίζει πόσα πράγματα είχε θυσιάσει για το γιο της.

Η Θεανώ, μια γυναίκα  αυταρχική, παντρεύτηκε από ένα καπρίτσιο της στιγμής. Όταν  πέθανε ο άνδρας της εκείνη ένιωσε απέραντη ανακούφιση. Γιατί η Θεανώ το μοναδικό άνθρωπο πουαγάπησε ήταν ο ίδιος της ο εαυτός. To γιο της τον είχε μεγαλώσει μ’ ένα τρόπο εγωιστικό, κάνοντας τον  να πιστεύει ότι καμία γυναίκα πέρα από κείνη δεν ήταν ικανή να σταθεί δίπλα του. Ο  Θωμάς ήταν ένας φαινομενικά κοινωνικός άνθρωπος που του άρεσε να ταξιδεύει με τη μηχανή του, έχοντας για συνεπιβάτες, όταν ταξίδευε μόνος,  την ταχύτητα και τον άνεμο. Άλλωστε λάτρευε την ταχύτητα, γιατί τον βοηθούσε να ξεφεύγει από τον ίδιο του τον εαυτό. Εξάλλου πάνω στη μηχανή δεν άκουγε τις σκέψεις του και αυτό ήταν κάτι το οποίο τον ηρεμούσε, γιατί φοβόταν να παραδεχτεί το ποσό μόνος  ένιωθε από μικρό παιδί.

Η μοναξιά όμως θα έκανε εντονότερη την παρουσία της εκείνο το βροχερό  πρωινό  του Οκτωβρίου, όταν ο Θωμάς θα έβγαινε να κάνει μια βόλτα με τη μηχανή του. Ο δρόμος ήταν ολισθηρός και η ομίχλη είχε τυλίξει τον κόσμο, αυτό όμως δεν τον πτοούσε. Η βόλτα αυτή θα ήταν μοιραία για τη μετέπειτα ζωή του. Σε μια στροφή του αγροτικού δρόμου που οδηγούσε στο δάσος ο Θωμάς έχασε τον έλεγχο της μηχανής του, με αποτέλεσμα να πέσει και να συρθεί στον γεμάτο φύλλα υγρό δρόμο χτυπώντας στο κεφάλι και τη σπονδυλική του στήλη. Τον βρήκε τυχαία μετά από ώρες ένα ζευγάρι που περνούσε εκείνη την ώρα για να πάει στο δάσος με το αυτοκίνητο.

Έμεινε στο νοσοκομείο τρείς μήνες, φλερτάροντας συχνά με το θάνατο. Στη συνέχεια πήγε σε ίδρυμα αποκατάστασης. Την ημέρα που οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι δε θα ξαναπερπατήσει ποτέ ο Θωμάς ένοιωσε να τον κυριεύει ένα απέραντο μίσος για τον κόσμο. Παραιτήθηκε αμέσως από τη δουλειά του και με τη βοήθεια του τοπικού βουλευτή και συγχωριανού του κατάφερε να βγάλει μία αναπηρική σύνταξη. Από τότε σπάνια έβγαινε από το σπίτι γιατί δεν άντεχε τον οίκτο της κοινωνίας. Περνούσε τις μέρες του διαβάζοντας οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια του: Φιλοσοφία, λογοτεχνία, ποίηση και ανθρωπιστικές επιστήμες. Δεχόταν ελάχιστες επισκέψεις στο σπίτι του, ενώ το μίσος του για τον κόσμο μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, παρόλο που δεν είχε την τύχη να τον γνωρίσει πραγματικά. Έφτασε να συμπεριφέρεται με κυνισμό ακόμα και στους επαγγελματίες υγείας που συναντούσε στα νοσοκομεία. Μάλιστα έκανε το παν για να είναι αντιπαθής, χωρίς να δέχεται τον οίκτο κανενός.

Ο Θωμάς προσπαθούσε ν’ αποδείξει στη μάνα του, αλλά και στον εαυτό του ότι αυτό που του συνέβη δεν είχε επηρεάσει τη ζωή τους. Συνέχισε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο να φροντίζει την υπερήλικη μητέρα του, αλλά και το σπίτι όπου έμεναν. Υπήρχαν μέρες όπου οι καυγάδες ήταν έντονοι. Τον τρόμαζε ο θάνατος και η ιδέα του του είχε γίνει εμμονή. Τα βράδια για να ηρεμίσει άκουγε μουσική συντροφιά με μια χούφτα ηρεμιστικά χάπια. Έκλεινε τα μάτια του και ονειρευόταν ότι είχε αποκτήσει σύντροφο και μαζί της πάνω σε μία μηχανή ταξίδευαν σε όλο τον κόσμο. Όταν κοιτούσε τη μάνα του σκεφτόταν  ότι κάποια στιγμή θα έφθανε η μέρα που λόγω της μεγάλης της ηλικίας εκείνη θα πέθαινε και αυτή η σκέψη τον οδηγούσε στην πλήρη παράνοια. Τη μητέρα του δεν την αγαπούσε πραγματικά, αλλά ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχε στη ζωή του και ο θάνατός της θα ήταν για κείνον όπως το τελευταίο φως του ήλιου που αποχαιρετά σιγά σιγά το δωμάτιο παραδίδοντάς το στο σκοτάδι.

epaggelmagynaika.gr

Τα νέα μας στο inbox σας!
Εγγραφείτε στο newsletter μας για να είστε ενημερωμένες για όλα!