Μελωδία για ένα Βαλς

γράφει η Γιώτα Αγαπητού

«Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης, στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μη ξαναβγείς…»

  • Ξέρεις Κατερίνα, αυτό είναι το αγαπημένο μου τραγούδι που άκουγα από παιδί. Ο μύθος του Πλούτωνα και της Περσεφόνης πάντα με γοήτευε.

Θυμάμαι την Περσεφόνη πάντα να μου μιλάει γι’ αυτό το μύθο. Κάθε φορά που τύχαινε να τη συνοδεύσω στην εβδομαδιαία αιμοκάθαρση της υπήρχαν στιγμές που ένοιωθε να χάνεται από αυτή την επίπονη διαδικασία.

Με την Περσεφόνη γνωριστήκαμε πριν από αρκετά χρόνια όταν ο κολλητός μου ο Χρήστος την γνώρισε στην παρέα μας ένα απόγευμα. Εκείνο το απόγευμα όταν είδαμε το Χρήστο με την Περσεφόνη παραξενευτήκαμε γιατί φαινόντουσαν αρκετά αταίριαστοι σαν ζευγάρι. Εκείνη μια γυναίκα ψηλή, αδύνατη, γύρω στα σαράντα που εξέπεμπε ένα έντονο δυναμισμό και μία αυτοπεποίθηση, ενώ εκείνος ένας τριαντάρης που ακόμα αναζητούσε εμπειρίες. Η παρέα μας την αγκάλιασε γρήγορα γιατί μας εντυπωσίασε ο τρόπος που έβλεπε τη ζωή, αλλά και για το πως αναφερόταν στην ιδιαιτερότητά της, όπως ονόμαζε την χρόνια πάθησή της.

Η Περσεφόνη, γέννημα θρέμμα της περιοχής των Εξαρχείων, όταν ήταν παιδί από ένα ιατρικό λάθος, όπως τόσα λάθη που γίνονται καθημερινά από γιατρούς που υπερτιμούν τις δυνατότητες και τις εξειδικευμένες γνώσεις τους, έχασε το νεφρό της. Στην τρυφερή παιδική της ηλικία η Περσεφόνη έμαθε με τον πιο σκληρό τρόπο τι θα πει αιμοκάθαρση. Για ένα χρόνο μπαινοέβγαινε σε παιδιατρικά νοσοκομεία μαθαίνοντας σιγά σιγά τη σκληρότητα που της επιφύλασσε η ζωή. Γι’ αυτό και προσπαθούσε να ζει φυσιολογικά εξορκίζοντας τους φόβους της. Η αγάπη της για τα ζώα την οδήγησε χρόνια μετά στην κτηνιατρική σχολή Αθηνών όπου αποφοίτησε με άριστα ανοίγοντας αργότερα το δικό της κτηνιατρείο.

Λόγω του χαρακτήρα της οι σχέσεις της με τους άντρες ήταν εφήμερες και χειριστικές. Στα πρώτα χρόνια της εφηβείας της η μητέρα της, η κυρία Δήμητρα, μία δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα, δε θρήνησε ποτέ για την περιπέτεια της κόρης της. Αντίθετα τη στήριζε με μία στωική ηρεμία όταν η Περσεφόνη για μήνες νοσηλευόταν σε εξειδικευμένο κέντρο του εξωτερικού. Εκεί, μέσα στις ατελείωτες ώρες της αναμονής, μην αντέχοντας άλλο να βλέπει το παιδί της να υποφέρει, η Δήμητρα περιμένοντας στο σαλόνι του ιατρικού κέντρου πήρε την απόφαση να δώσει το ένα της νεφρό στην Περσεφόνη. Αναπολούσε τις στιγμές που τη θήλαζε και έκανε για κείνη τόσα όνειρα, πιστεύοντας ότι ο θηλασμός είναι μία μύηση ζωής από τη μητέρα προς το παιδί.

Έτσι λοιπόν ένα βροχερό πρωινό του Μάη στο κέντρο του Λονδίνου η Δήμητρα έδωσε για μεταμόσχευση το νεφρό της στην Περσεφόνη. Εκείνο το βράδυ μετά την επέμβαση, ενώ πονούσε πολύ, κάθισε δίπλα στο παράθυρο του δωματίου της και ασυναίσθητα άρχισε να σιγοτραγουδάει με μία φωνή σπασμένη από τον πόνο και τη συγκίνηση ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης» ένα τραγούδι νανούρισμα που σιγοτραγουδούσε τα βράδια στην κόρη της για να κοιμηθεί και τώρα στο ψυχρό δωμάτιο του νοσοκομείου προσπαθούσε ν’ αποκοιμίσει τους φόβους της για το μέλλον του παιδιού της.

Η καθημερινότητά τους όταν γύρισαν πίσω στην Αθήνα ήταν δύσκολη στην αρχή. Το σπίτι είχε διαμορφωθεί κατάλληλα ώστε να παρέχει ασφάλεια στην Περσεφόνη, η οποία όμως κλείστηκε στον εαυτό της. Η Δήμητρα μαζί με τον άντρα της, τον Φίλιππο, συνοδοιπόρο της σε όλες τις δυσκολίες της ζωής, προσπαθούσαν με όποιο τρόπο μπορούσαν να βοηθήσουν την κόρη τους ώστε να μη μείνει πίσω στα μαθήματα του σχολείου, γιατί η επιστροφή πίσω στο σχολείο για την Περσεφόνη ήταν αρκετά δύσκολη.

Η Περσεφόνη με τον καιρό έγινε εγωκεντρική και πεισματάρα και πολλές φορές ερχόταν σε ρήξη με τους γονείς της, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό. Σε ηλικία εικοσιπέντε χρονών, όταν τελείωσε τη σχολή της, ο οργανισμός της Περσεφόνης, λόγω του ότι δεν τηρούσε κατά γράμμα τις ιατρικές συμβουλές, αλλά και της έντονα άστατης ζωής της, απέρριψε το μόσχευμα. Μάνα και κόρη προς στιγμήν λύγισαν, αλλά δεν το έβαλαν κάτω. Μονόδρομος πια ήταν η αιμοκάθαρση.

Η Περσεφόνη άρχισε ν’ ασχολείται με διάφορες δραστηριότητες που τις έδιναν ζωή. Ξεκίνησε τη ζωγραφική, δημιούργησε τη δική της εθελοντική ομάδα προστασίας αδέσποτων ζώων, ενώ ταυτόχρονα δούλευε και στο κτηνιατρείο που είχε ανοίξει και σε όλα αυτά συνοδοιπόρος της η εβδομαδιαία αιμοκάθαρση. Στα τριάντα της είχε αποφασίσει ότι το κεφάλαιο της μητρότητας ήταν για κείνη ένα κεφάλαιο που θα το προσπερνούσε αφήνοντας λευκές τις σελίδες του στο σύντομο και προδιαγεγραμμένο βιβλίο της ζωής της το οποίο κάποιοι ανεύθυνοι γιατροί της το επέβαλλαν.

Η Περσεφόνη δεν έτρεφε αυταπάτες, ήξερε καλά ότι όπως και η συνονόματή της Περσεφόνη θα κατέβαινε και κείνη νέα τα σκαλιά του κάτω κόσμου. Οι γιατροί της της είχαν τονίσει επανειλημμένος ότι θα μπορούσε να ξαναπροσπαθήσει με μια νέα μεταμόσχευση, αν βρισκόταν ο κατάλληλος συμβατός δότης. Εκείνη όμως πάντα χαμογελούσε απόκοσμα, λες και χαμογελούσε σαν να ένοιωθε πως ήταν η μνηστή του Πλούτωνα, όταν άκουγε τα λόγια των γιατρών, παρόλο που εκείνοι επέμεναν ότι έπρεπε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό της. Έτσι λοιπόν ένα ανοιξιάτικο βράδυ του Απρίλη, που το ολόγιομο φεγγάρι φλέρταρε με την άνοιξη και η Περσεφόνη κοιμόταν στην αγκαλιά του Χρήστου, χτύπησε το κινητό της. Ήταν ο γιατρός της από το νοσοκομείο, ήθελε να της ανακοινώσει ότι επιτέλους είχε βρεθεί ο  συμβατός δότης. Η Περσεφόνη τον άκουγε αμήχανη, ασυναίσθητα κοίταξε έξω από το παράθυρο, καθώς στο δρόμο μία παρέα πλανόδιων μουσικών παίζοντας μουσική τραγουδούσε:

«Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης, στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μη ξαναβγείς…»

Σε λίγες ώρες η Περσεφόνη θα έμπαινε για μία ακόμη φορά στο χειρουργείο δίνοντας μία δεύτερη ευκαιρία στα όνειρά της…

epaggelmagynaika.gr

No Comments Yet

Leave a Reply

Your email address will not be published.