beachcushions-bbs-bordado-tropical-branco-0

Η Αισέ γεννήθηκε ένα χειμωνιάτικο βράδυ του Δεκέμβρη του 1965 σ’ ένα μικρό πομακοχώρι της Θράκης. Οι γονείς της, ο Αλί και η Ασλί, δύο νέοι άνθρωποι που παντρεύτηκαν από προξενιό, δούλευαν ως αγρότες, καλλιεργητές καπνού, έχοντας μία αμεσότητα με τη γη τους τόσο μεγάλη όσο και ένα μυρμήγκι με το μικρό κομμάτι της γης του. Άνθρωποι προσκολλημένοι στα θρησκευτικά τους πιστεύω που δεν είχαν ταξιδέψει πιο μακριά από τα γύρω χωριουδάκια τα οποία αποκτούσαν τα βράδια μέσα στο ημίφως μία αίσθηση φωτεινού συνόρου στη σκέψη τους. Στην πολιτεία ταξίδευαν σπάνια, μόνο όταν τους υποχρέωνε κάποια ανάγκη. Η Αισέ, το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, από πολύ νωρίς έμαθε ότι καθήκον της ήταν να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, στα χωράφια, αλλά και στο μεγάλωμα των τριών μικρότερων αδερφών της. Τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της τον περνούσε ζωγραφίζοντας πάνω σ’ ένα λευκό χαρτί μ’ ένα στυλό κι ένα μολύβι ιχνογραφώντας σχεδόν πάντα τα ίδια μοτίβα: ένα γαλάζιο ουρανό, τον ήλιο να ερωτοτροπεί με τη θάλασσα, και ένα μεγάλο λευκό άλογο με τη χαίτη του ν’ ανεμίζει στον άνεμο και να τρέχει ελεύθερο μακριά.

Οι γονείς της Αισέ ήταν δύο πολύ θρησκευόμενοι άνθρωποι. Πιστοί στις παραδόσεις και σε ό,τι τους επέβαλαν οι θρησκευτικοί τους κανόνες και τα πιστεύω τους. Η Αισέ μεγαλώνοντας ένοιωθε να πνίγεται όλο και πιο πολύ έγκλειστη μέσα στα θρησκευτικά στερεότυπα της οικογένειας της. Σε ηλικία δεκαπέντε χρονών αποφάσισε ν’ ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της και να τρέξει ελεύθερη μακριά, όπως το λευκό άλογο που είχε σχεδιάσει άπειρες φορές πάνω σε φύλλα χαρτιού. Στους γονείς της άφησε μόνο ένα μικρό σημείωμα γραμμένο με λίγες λέξεις. Έφυγε ταξιδεύοντας με οτοστόπ στη μεγάλη πολιτεία. Στην τσέπη της είχε μόνο λίγα κέρματα. Το πρώτο βράδυ της το πέρασε σ’ ένα παγκάκι παρέα μ’ ένα μεγάλο λυκόσκυλο που της κρατούσε συντροφιά, ενώ το επόμενο πρωί γύριζε απεγνωσμένα από μαγαζί σε μαγαζί ψάχνοντας για δουλειά. Για καλή της τύχη θα βρεθεί μπροστά στο «μανάβικο της Σουλτάνας». Η ιδιοκτήτρια, μία πληθωρική καλόκαρδη πενηντάρα, θα της προσφέρει εκτός από δουλειά και στέγη για να μείνει. Η Σουλτάνα, κρυφός πόθος πολλών ανδρών, δεν παντρεύτηκε ποτέ, η μόνη της έγνοια ήτανε το μανάβικο, από την αρχή όμως θα δείξει ιδιαίτερη συμπάθεια στη νεαρή πομάκα και θα τη βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της σαν να ήταν παιδί της. Εκεί η Αισέ θα νιώσει πραγματικά ελεύθερη. Τα βράδια όταν τελείωνε τη δουλειά από το μαγαζί ζωγράφιζε με χρώματα. Τα σχέδιά της σιγά σιγά θα γίνουν περίτεχνα κεντήματα, μιας και η Σουλτάνα θα μάθει στη νεαρή κοπέλα πώς να χειρίζεται τη βελόνα, μυώντας την στην πανάρχαια τέχνη του κεντήματος.

Έχουν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από κείνο το πρωινό που η Αισέ έφυγε από το σπίτι της. Τώρα πια σε ηλικία είκοσι χρόνων αποφάσισε να κάνει άλλο ένα μεγάλο βήμα στη ζωή της. Να αλλάξει τ’ όνομά της και να γίνει πια η Ελευθερία Ελευθερίου. Έτσι, αποφασισμένη να κάνει μία καινούρια αρχή στη ζωή της θα βγάλει ταυτότητα με το νέο της ονοματεπώνυμο. Η Ελευθερία ένιωθε πια πραγματικά ελεύθερη, μακριά από κάθε είδους θρησκευτικούς καταναγκασμούς που προσέβαλαν την υπόσταση της και της επέβαλαν τ’ αναχρονισμένα πρέπει του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της, τα οποία  δεν έβρισκαν πια κανένα αντίκρισμα στο ευρύτερο σύνολο της  κοινωνίας.

Όλο αυτό το διάστημα η Αισέ επικοινωνούσε με την οικογένειά της αλληλογραφώντας. Οι δικοί της δύσκολα δέχονταν τη νέα ζωή της πρωτότοκης κόρης τους. Αυτό που τελικά όμως την οδήγησε σε οριστική ρήξη με τους δικούς της ήταν η απόφασή της να κόψει κάθε είδους δεσμό με ό,τι είχε σχέση με τα θρησκευτικά τους πιστεύω. Μία ρήξη που θα διαρκέσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Σε όλες τις αποφάσεις της μοναδικό στήριγμά της θα σταθεί η Σουλτάνα, που ακόμα και στα δύσκολα ήξερε πάντα να χαμογελάει.

Η Σουλτάνα στο πρόσωπο της Ελευθερίας είχε βρει την οικογένεια που με τόσο πείσμα αρνιόταν η ίδια ν’ αποκτήσει, κυρίως από φόβο. Ένα φόβο που είχε ριζώσει από τα παιδικά της χρόνια όταν έβλεπε τον πατέρα της να ξυλοφορτώνει τη μάνα της και μετά με τη βία να εκτονώνεται μέσα της.

Δέκα παιδιά απέκτησαν οι γονείς της, κάποια από αυτά εξαιτίας της φτώχιας και της ανέχειας που επικρατούσε στο σπίτι δεν άντεξαν. Είχαν απομείνει τέσσερα αδέλφια μαζί με τη Σουλτάνα, όμως η ζωή τα έσπρωξε να κυνηγούν καθημερινά το μεροκάματο σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Γεγονότα από τη ζωή της, που η Σουλτάνα τα είχε εκμυστηρευτεί στο μοναδικό πραγματικά δικό της άνθρωπο, την Ελευθερία. Το μανάβικο το είχε αποκτήσει μετά από πολύ δουλειά και κόπο, αν και δέχτηκε μεγάλο πόλεμο από άλλους καταστηματάρχες, αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να την πτοήσει, αποφασίζοντας έτσι να φτιάξει το μανάβικό σημείο αναφοράς στους πελάτες για τα φρέσκα προϊόντα του.

Ο Κυριάκος, ένας τριανταπεντάρης άντρας, είχε ένα φυτώριο έξω από την πόλη, εκεί περνούσε σχεδόν όλη του την ημέρα, μιας και τα φυτά ήταν η μεγάλη του αγάπη, όπως έλεγε. Του άρεσε να τα φροντίζει, να τα μιλάει και να ξενυχτά τα βράδια μαζί τους μόνο και μόνο για να παίρνουν ζωή. Έψαχνε και έβρισκε σπάνια φυτά απ’ όλο τον κόσμο και τα έδειχνε με περηφάνια στους πελάτες του. Στους γύρω του ο Κυριάκος έδειχνε πάντα το καλύτερο του πρόσωπο. Το πρόσωπο ενός ευγενικού ανθρώπου που λάτρευε ότι είχε ζωή. Με την Ελευθερία γνωρίστηκαν ένα κυριακάτικο πρωινό του Μαγιού, όπου είχε πάει μαζί με τη Σουλτάνα ν’ αγοράσουν φυτά για να στολίσουν το μικρό μπαλκόνι, αλλά και τα περβάζια των παραθύρων του σπιτιού τους. Από την πρώτη στιγμή ο Κυριάκος ένιωσε συμπάθεια για την Ελευθερία, η οποία όμως ήταν πολύ απόμακρη και επιφυλακτική απέναντί του. Εκείνος όμως δεν έπαψε να την πολιορκεί. Μία πολιορκία που διήρκησε αρκετούς μήνες.

Η Σουλτάνα βλέποντας τη συμπεριφορά του νεαρού άνδρα προέτρεψε την προστατευόμενη της να δεχθεί και να κάνει αυτό που εκείνη από δειλία δεν αποτόλμησε όταν ήταν ακόμη νέα. Έτσι, μέσα σ’ ένα χρόνο ο Κυριάκος με την Ελευθερία παντρεύτηκαν στο δημαρχείο της πόλης. Παρόλο που εκείνη κάλεσε την οικογένειά της στο γάμο, αυτοί δεν μπήκαν καν στον κόπο ν’ απαντήσουν στην πρόσκληση της κόρης τους. Μάρτυρες στο γάμο του ζευγαριού ήταν η Σουλτάνα και ένας δημοτικός υπάλληλος. Το νεαρό ζευγάρι θα μετακομίσει στο μικρό παλιό δυαράκι όπου έμενε ο Κυριάκος. Ένα σπίτι που ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω από το μανάβικο της Σουλτάνας.

Ήδη όμως από τον πρώτο κιόλας καιρό του έγγαμου βίου τους ο Κυριάκος θ’ αρχίσει να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο. Τα βράδια γυρίζοντας κατάκοπος από το φυτώριο άρχιζε να πίνει αδιάκοπα, κάτι που πριν από το γάμο τους είχε επιμελώς κρύψει από την γυναίκα του. Τα βράδια, για να χαλαρώσει, όπως έλεγε, έπινε δύο κιλά ρετσίνα και ένα μπουκάλι φτηνό ουίσκι που αγόραζε από το κοντινό μπακάλικο, ενώ με την παραμικρή λέξη που του έλεγε η Ελευθερία εκείνος άρχιζε να την βρίζει και να την γρονθοκοπεί σε σημεία του σώματος της που δεν ήταν ορατά.

Ακόμα και στις δύο εγκυμοσύνες της γυναίκας του δεν έπαψε να την κακοποιεί τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Παρόλα αυτά όμως η Ελευθερία δε μιλούσε σε κανέναν. Ούτε καν στην ίδια τη Σουλτάνα, που πολλές φορές μάταια προσπαθούσε να κάνει την Ελευθερία ν’ ανοίξει την καρδιά της και η μόνη απάντηση που λάμβανε απ’ αυτή ήταν μία αόριστη λέξη «καλά».

Κουράγιο η Ελευθερία έπαιρνε από τους δυο γιους της που λάτρευε, αλλά και μέσα από το κέντημα, που όπως πάντα μέσα από τα χρώματα των κλωστών κατάφερνε να εξωτερικεύει τα πιο μύχια συναισθήματά της. Πράγματα και καταστάσεις που συνέβαιναν στο σπιτικό της και που έπρεπε να μείνουν καλά κλεισμένα στους τέσσερις τοίχους, ενώ για τον κόσμο θεωρούνταν ένα συνηθισμένο ζευγάρι. Εξάλλου το μόνο που δεν άντεχε ήταν ο οίκτος των ανθρώπων.

Η Ελευθερία ήταν μία γυναίκα που στη ζωή της τόλμησε να ξεφύγει σπάζοντας τα προγονικά θρησκευτικά δεσμά της, βαδίζοντας μέσα από λάθη σε δρόμους που πραγματικά εκείνη είχε διαλέξει.

Γιώτα Αγαπητού