Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης χτίζει μια «Συνοικία ασμάτων»

Στον Ιεροκλή Μιχαηλίδη αρέσει να κάνει­ τον μαέστρο. «Με ξεκουράζει να φτιά­χνω μουσικά προγράμματα ανάμεσα στις άλλες μου δουλειές­», λέει καθώς πίνουμε καφέ λίγα μέτρα πιο κάτω από το «Petrogazi», όπως έχει ξαναβαφτιστεί το πρώην «Πηνελόπη και Μνηστήρες», στο πίσω μέρος του πολυχώρου των επιχειρήσεων Μαροσούλη στην Ιερά Οδό. Μου θυμίζει ότι είχε επιλέξει τα τραγούδια και είχε σχεδιάσει τη ροή τους στο σχήμα Γλυκερίας, Κώστα Μακεδόνα, Γεράσιμου Ανδρεάτου και Μελίνας Κανά που άφησε εποχή στη «Σφεντόνα», όπως και στην επετειακή συναυλία του Λάκη Παπαδόπουλου στο Ηρώδειο.

Στη «Συνοικία ασμάτων», τώρα, επιχειρεί να υλοποιήσει ολοκληρωμένα ένα παλιό του σχέδιο, δηλαδή να μεταφέρει στο σήμερα το χρώμα και το άρωμα της εποχής των κοσμικών κέντρων διασκέδασηςνα εφεύρει μια μουσική ταυτότητα για ένα λαϊκό ρεπερτόριο μεγάλου χρονικού διαστήματος, που έχει επανέλθει διάσπαρτα μέσα από διασκευές κι επανεκτίμηση συνθετών του παρελθόντος. Αυτή η «συνοικία» κατοικείται από τον Σαββόπουλο, τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι και τον Μαρκόπουλο, από τον Τσιτσάνη και τον Ζαμπέτα, από τον Γούναρη, τον Καραπατάκη, τον Δερβενιώτη αλλά και τον Κοινούση.

Περιγράφοντας τη διαμόρφωση του προγράμματος, ο Ιεροκλής μου λέει πως έχει επιλέξει τραγούδια­ από όλα τα είδη που κυριάρχησαν περίπου από το ’55 μέχρι το ’85 κι εξηγεί το λόγο: «Αν θες να μεταφέρεις το χρώμα και το άρωμα μιας ολόκληρης εποχής, πρέπει να συμπεριλάβεις τα πάντα, από τον ταπεινότερο και τον ελάσσονα ­δημιουργό μέχρι τα ιερά τέρατα. Η αναλογία δεν φτιάχτηκε αξιολογικά, αλλά με κριτήριο τη διασκέδαση. Ο κύριος όγκος του προγράμματος είναι το λαϊκό τραγούδι, είτε πρόκειται για το καθαρόαιμο του ’60 είτε για εκείνο που έγραψαν οι μεταγενέστεροι, οι λεγόμενοι έντεχνοι. Αν θέλεις να τα κρίνεις όλα αυτά τα τραγούδια με μουσικολογική αυστηρότητα, θα συμφωνήσεις ότι είναι σπουδαίες δουλειές σπουδαίων συνθετών. Τραγούδια που θρέφουν συνέχεια νέες γενιές».

«Είναι υπερεκτιμημένη η νοσταλγία;» τον ρωτάω με αφορμή μια παρελθοντολαγνεία που έχω παρατηρήσει σε αρκετές μουσικές προτάσεις –τουλάχιστον στον τρόπο που παρουσιάζονται– αλλά και στις ομοιότητες της προσέγγισής του στα παλιά με την «Ταράτσα του Φοίβου», που ανέτρεξε στα αναψυκτήρια («Είναι ίδια η στάση μας με τον Φοίβο», συμφωνεί ο Ιεροκλής). Θεωρεί, λοιπόν, πως δεν ισχύει αυτό που υποστηρίζουν κάποιοι, ότι δηλαδή η νοσταλγία είναι ψυχωφέλιμη ή λυτρωτική για όποιον ζει μια ζοφερή πραγματικότητα. «Δεν είμαι γενικά άνθρωπος που νοσταλγώ. Οι περισσότεροι, άλλωστε, δεν έχουμε ζήσει στα ’60s. Νοσταλγούμε όσα βλέπουμε στο σινεμά, όσα φανταζόμαστε ακούγοντας τραγούδια της εποχής ή αφηγήσεις. Άρα θέλουμε να κάνουμε ένα ταξίδι σε κάτι που δεν ζήσαμε. Το να νοσταλγούμε κάτι που δεν ζήσαμε είναι αντιφατικό. Αν θεωρείς ότι αυτά τα τραγούδια είναι σημαντικά και μπορούν να εκφράζουν το σημερινό συναίσθημα, αποκτώντας μια διαφορετική σχέση με τη δική μας εποχή ανάλογα με τον τρόπο που παίζονται και παρουσιάζονται, τότε αυτό είναι κάτι ενδιαφέρον. Αυτό είναι το κίνητρο πίσω από τη “Συνοικία ασμάτων” και το “Petrogazi”. Δεν το βλέπω ως φλας μπακ. Δεν θέλω να κάνω μια αναβίωση, αλλά μια ψυχολογική παραπομπή σε άλλες εποχές. Αυτά τα τραγούδια είναι διαχρονικά και ζωντανά – και πρέπει να συνεχίσουν να ζουν με διαφορετικό τρόπο, που αφορά τη σύγχρονη δια­σκέδαση, τη σχέση του θεατή με αυτά σήμερα».

Η επιθυμία του Ιεροκλή για μια ψυχολογική –αντί για φολκλορική– παραπομπή στα ’60s έγινε αμέσως κατανοητή από την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου. Η Έλλη πρότεινε­ να βαφτεί ο χώρος blue-black (και το συμφώνησαν με μια ματιά), άπλωσε στους τοίχους ταπετσαρίες με βελούδο και διακοσμητικά στοιχεία, επέλεξε το ύφασμα για τα τραπεζομάντιλα που θα μπουν στα τραπέζια. Τον ρωτάω πώς θα πετύχουν τη σκηνική και την ενδυματολογική ισορροπία που επιδιώκει. «Ο χώρος θα ήθελα να έχει το vintage στοιχείο, αλλά προσαρμοσμένο στο σήμερα. Οι κομμώσεις και τα ρούχα δεν πρέπει να κλέβουν τις εντυπώσεις, αλλά να λειτουργούν συμπληρωματικά, να σε ταξιδεύουν χωρίς να το πάρεις χαμπάρι».

Η Ελένη Τσαλιγοπούλου θα έχει τον ρόλο της «λαϊκής τραγουδίστριας» («Της άρεσε πολύ αυτός ο χαρακτηρισμός!») ή αλλιώς της κεντρικής ερμηνεύτριας σε ένα σχήμα με τέσσερις νέους τραγουδιστές (Άγγελος Ανδριανός, Μαίρη Δούτση, Ανδρέας Λάφης, Δήμητρα­ Σταθοπούλου), στους οποίους ο ­Ιεροκλής κατέληξε ακούγοντας live πάνω από εκατό και άλλους τόσους μέσω YouTube. Αυτό που έμαθα επίσης είναι ότι ο Ιεροκλής είχε εντοπίσει το 1987 την άγνωστη τότε Τσαλιγοπούλου να τραγουδάει­ στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης και την είχε προσλάβει σε μουσικό μαγαζί που διατηρούσε στην πόλη – τριάντα χρόνια, λοιπόν, από τότε που ήταν το αφεντικό της, συνεργάζονται ξανά.

Φυσικά, ο Ιεροκλής δεν θα μπορούσε να καταπιαστεί μέσα σε μια σεζόν μόνο με ένα project. Μετά το «Έγκλημα και τιμωρία» ανεβαίνει ξανά στο θεατρικό σανίδι με τον Γιάννη Φέρτη και τον Δημήτρη Πιατά («Επιτέλους, κατάφερα να είμαι ο νεότερος σε έναν θίασο!»), με τους οποίους συμπρωταγωνιστεί στη γαλλική γλυκόπικρη κωμωδία «Ήρωες», σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, στο Νέο Θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου». Ετοιμάζει όμως κι ένα spin off της «Συνοικίας ασμάτων», που θα παρουσιάζεται δευτερότριτα, σε συνεργασία με τον Ανδρέα Κατσιγιάννη και την Εστουδιαντίνα. Όσο για τους Άγαμοι Θύται, έπειτα από τρία χρόνια παραστάσεων τους έχει βάλει σε αγρανάπαυση. Ή, διορθώνει, «σε ανδρανάπαυση, διότι είναι φαλλοκρατικό σχήμα!»

Σχόλια
Loading...

You can't download this image