love-letter

Κοίταξε το ρολόι. Πλησίαζε 10.30 το βράδυ. Ήταν όλα έτοιμα. Τακτοποιημένα. Το χαρτί στη θέση του, το στυλό, ένα ποτήρι κρασί και μία φτηνή κολόνια με άρωμα λεμόνι. Κάθε φορά που έκλεινε ένα γράμμα, το ράντιζε με μερικές σταγόνες από δαύτο. Να παραμείνει φρέσκο, σκεφτόταν. Τέτοια ώρα της έγραφε πάντα. Ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα. Δεν ήξερε κι ο ίδιος το λόγο. Πάντως σίγουρα δεν ήθελε να ξεκινήσει η καινούργια μέρα, γιατί θα έχανε τη σειρά. Τις Κυριακές έβαζε μέσα ένα μικρό ανθάκι. 761 γράμματα, με χρονολογική σειρά, δεμένα με ροζ κορδέλα.

Γράμμα 762o

«Αγαπημένη μου

Σ ευχαριστώ και για την σημερινή μέρα.  Ήταν το ίδιο υπέροχη όπως όλες αυτές που είμαστε μαζί. Το πρωί όταν αντίκρισα τα μάτια σου, με φώτισαν δύο ήλιοι. Με τρελαίνει να βλέπω το κορμί σου να μ αναζητά. Το χαμόγελό σου, κύλησε πάνω μου κι αναστατώθηκα. Όταν σμίξαμε ήταν σαν την πρώτη μας φορά. Νομίζω όμως ότι αδυνάτησες λιγάκι. Πρέπει να τρως παραπάνω. Θα σε φροντίσω εγώ. Και τα μαλλιά σου, τα θέλω λυμένα. Να χώνω μέσα τα δάχτυλα και να κρατάω τη ζωή σου. Σήμερα ήσουν αχόρταγη. Η ερωτική σου διάθεση παρέσυρε κι εμένα. Άργησα στη δουλειά. Δε πειράζει. Τους είπα ότι μου έτυχε κάτι έκτακτο. Άξιζε τον κόπο γιατί σε είδα γεμάτη, με χείλη πρησμένα από πόθο. Αυτή η ομορφιά με κράτησε ζωντανό μέχρι να σε ξαναδώ.

Τρελάθηκα με την έκπληξη που βρήκα όταν γύρισα. Γιορτινό τραπέζι, κρασί, λουλούδια. Κι εσένα φρέσκια κι ολάνοιχτη να με περιμένεις. Τρώγαμε, πίναμε και γελούσαμε για ώρες. Ύστερα ξάπλωσες στον καναπέ και κοιμήθηκες γαλήνια. Έμεινα ακούνητος να σε κοιτάζω. Ήθελα να φιλήσω τα μακριά σου βλέφαρα. Όταν ξύπνησες με κάλεσες κοντά σου. Κι εγώ κρύφτηκα στο κόρφο σου. Άκουγα την καρδιά σου να χτυπάει γρήγορα και να ψιθυρίζει το όνομά μου. Κι όταν κόλλησες τα χείλη σου στα δικά μου, νόμισα ότι ρούφηξες την ψυχή μου. Δώσε μου την ανάσα σου, παραμιλούσες.

Το κόκκινο φόρεμα που αγόρασες είναι πανέμορφο. Κολλάει τόσο πολύ επάνω σου, που νομίζω ότι κι αυτό σε ερωτεύτηκε. Ζηλεύω. Ήθελα να στο βγάλω, να το ξεσκίσω. Κανείς δε θέλω να σ αγγίζει. Μόνο εγώ θα τρέχω στο κορμί σου. Το κατάλαβες και πληγώθηκες. Σε έκανα να κλάψεις. Αλλά ξέρεις πόσο που άρεσαν οι αναστεναγμοί σου, όταν έπινα τα δάκρυά σου? Συγνώμη, είμαι απαράδεκτος. Μα κατάλαβέ με.

Αύριο μου είπες ότι θα πας με την φίλη σου για καφέ. Από κείνη την ώρα δε βρίσκω ησυχία. Πόσα μάτια θα πέσουν πάνω σου; Ποιος θα φιλήσει το φλιτζάνι που θα ακουμπήσουν  τα χείλη σου; Και πόσοι θα τυφλωθούν από τους ήλιους που είναι καρφωμένοι στο πρόσωπό σου; Όχι, δε θα σ αφήσω να πας. Το πρωί θα στο πω. Τώρα δε θέλω να σκέφτομαι. Έρχομαι πάλι κοντά σου, να μου πεις ότι είμαι η ζωή σου, να τυραννήσω το κορμί και τη ψυχή σου. Κι εσύ να μου φωνάζεις ότι θέλεις να πεθάνεις στην αγκαλιά μου. Μοσχοβολάει γιασεμί το σπίτι. Είναι το κάλεσμά σου. Πόσο σε λατρεύω αγαπημένη μου»!

Έκλεισε το  φάκελο και έμεινε να τον κοιτάζει για λίγο. Προσεκτικά τον έβαλε στη θέση του και πήγε στο κρεβάτι. Σήμερα έχει μια παράξενη ησυχία. Έστριψε στο πλάι και πήρε το μαξιλάρι αγκαλιά. Μύριζε γιασεμί. Έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε.-

Ζωή Χαλκιοπούλου