Γιάννης Σπαρίδης: Τι να κάτσω βρε μπαταξήδες. Εγώ ήρθα να πάρω τους παράδες μου και να φύγω.

Ένας ηθοποιός με πολύ χιούμορ, ήθος, τιμιότητα και πάνω απ’ όλα ένας αξιαγάπητος άνθρωπος για όλους τους συνάδελφος του. Μικροί ρόλοι, όμως μεγάλες ερμηνείες, έκαναν την κάθε ατάκα, το κάθε σκέρτσο, την κάθε κίνηση, να είναι όλα τόσο σημαντικά και τόσο απαραίτητα, ώστε ο κάθε σεναριογράφος/ σκηνοθέτης, να θέλει οπωσδήποτε στην ταινία του, τέτοιους αξιόλογους καλλιτέχνες, για να βγάλει το πιο ενδιαφέρον και τέλειο αποτέλεσμα. Σας παρουσιάζω:

Ο Γιάννης Σπαρίδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολή, στις 13 Αυγούστου του 1898 και το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Σπανομαρίδης.

Η πρώτη του ερασιτεχνική εμφάνιση ως ηθοποιός έγινε στην Μικρασια, όπου στον Μικρασιατικό πόλεμο, προσπαθούσε μαζί με όλους τους ηθοποιούς τους θιάσου, να ψυχαγωγήσουν όσο μπορούσαν τους στρατιώτες.

Η πρώτη του εμφάνιση λοιπόν στο θεατρικό σανίδι, ήταν στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας», ενσαρκώνοντας τον ρόλο του ‘’Μπάρμπα Χρόνη’’, όπου τον πρωταγωνιστικό ρόλο του ‘’Λιάκου’’, τον ενσάρκωνε ο ανεπανάληπτος ΄΄ Κώστας Μουσούρης΄΄.

Με τον Μουσούρη ήταν πάρα πολύ φίλοι και έτσι το 1924 που ήρθαν στο Παγκράτι, μπήκε Γιάννη στον Θίασο Νέων.

Από το 1929 αρχίζει την μεγάλη του πορεία στο μουσικό θέατρο, με πρώτη του εμφάνιση στην επιθεώρηση «Λοβιτούρα» και από εκεί και πέρα ο Ανδρέας Μακέδος (θεατρικός επιχειρηματίας της εποχής), βρίσκει έναν πολύτιμο συνεργάτη για πολλά χρόνια.

Εκτός από το μουσικό θέατρο, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, αρχίζει να κάνει και τις πρώτες του εμφανίσεις στο βαριετέ και από εκεί και πέρα, υπάρχει η καθιέρωση του πια στο ρόλο του ‘’Αγκόπ’’(όμως ο πρωτοπόρος ‘’Αγκόπ’’ ήταν ο Φίλιος Φιλιππίδης).

Την περίοδο 1948 – 1949 ήταν μέλος στον μουσικό θίασο του Γιώργου Οικονομίδη και του Φίλωνα Αρία.

Πέραν του Θεάτρου, έκανε αρκετές εμφανίσεις στον κινηματογράφο, όπου το 1929 ξεκινάει με την ταινία «Μαρία Πενταγιώτισσα».

Μερικές από τις ταινίες που συμμετείχε ήταν, «Βοήθεια ο Βέγγος φανερός πράκτωρ 000», «Δουλειές του ποδαριού», «Το πιθάρι», «Η Λίζα το ‘σκασε», «Ο μαγκούφης», «Ζάλογγο το κάστρο της λευτεριάς». «Πάρε κόσμε» κ.α.

Συνεργάστηκε επίσης με πολύ καλούς ηθοποιούς όπως ‘’Μίμη Φωτόπουλο’’, ‘’Γεωργία Βασιλειάδου’’, ‘’Τάκη Μιλιάδη’’, ‘’Λαυρέντη Διανέλλο’’, ‘’Νίτσα Τσαγανέα’’, ‘’Θανάση Βέγγο’’ κ.α.

Ήταν μέλος του Σ.Ε.Η (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών) από το 1924, ήταν στο ΕΑΜ στην δύσκολη εποχή της Κατοχής και έλαβε τιμητική διάκριση από την πολιτεία, με το σύμβολο του Πολεμικού Σταυρού.

Ένα περιστατικό που είχε γίνει την περίοδο που πλησίαζε η αποχώρηση των γερμανών, ήταν που ο Γιάννη προσπαθούσε να διεκδικήσει τον μισθό του από τον επιχειρηματία με τον οποίο συνεργαζόταν σε μια επιθεώρηση και ο επιχειρηματίας στην προσπάθεια του να κόψει περισσότερο το πενιχρό μεροκάματο που θα του έδινε, άρχισε να τον κατηγορεί ότι δεν σκέφτεται τις άλλες οικογένειες που δούλευαν στην επιχείρηση και τα παιδιά τους και ότι θα έπρεπε να κόψει από αυτούς, για να συμπληρώσει τον μισθό του Σπαρίδη.

Λίγες μέρες λοιπόν μετά, βλέποντας πως δεν έβρισκε άκρη, ο Γιάννης πηγαίνοντας εκεί που συγκεντρωνόντουσαν όλοι οι ηθοποιοί, ανακοίνωσε επίσημα ότι φεύγει για το εξωτερικό, λόγω του ότι έρχονται οι Ρώσοι στην Ελλάδα και πρέπει να κρυφτεί, επειδή ο επιχειρηματίας τους βγήκε κομμουνιστής και ο ίδιος δωσίλογος, σύμφωνα με αυτά που του καταλόγιζε ο επιχειρηματίας.

Μέχρι και το τέλος της ζωής του, ο Σπαρίδης δεν σταματούσε να κάνει αυτό που αγαπούσε πιο πολύ από οτιδήποτε. Να βρίσκετε στο θέατρο και να ενσαρκώνει ακούραστα και αδιαμαρτύρητα, τον οποιοδήποτε ρόλο του αναθέτανε.

Έφυγε από την ζωή τον Οκτώβριου του 1973, σε ηλικία περίπου 75 χρονών.

 

No Comments Yet

Leave a Reply

Your email address will not be published.