Ένα δάκρυ για τη Μαργαρίτα

8 Ιανουαρίου, κάποια χρόνια πριν. Σ’ ένα ίδρυμα φροντίδας ηλικιωμένων ατόμων, στο δωμάτιο 6323, η Μαργαρίτα ή αλλιώς Μάρλεν για τους πολύ δικούς της ανθρώπους, άφηνε την τελευταία της πνοή τόσο ήρεμα, θα έλεγε κανείς σχεδόν αθόρυβα. 

8 Ιανουαρίου, κάποια χρόνια πριν. Σ’ ένα ίδρυμα φροντίδας ηλικιωμένων ατόμων, στο δωμάτιο 6323, η Μαργαρίτα ή αλλιώς Μάρλεν για τους πολύ δικούς της ανθρώπους, άφηνε την τελευταία της πνοή τόσο ήρεμα, θα έλεγε κανείς σχεδόν αθόρυβα.

Η Μαργαρίτα, μια γυναίκα νευρωτική και απόλυτα δεσποτική γυναίκα, από μικρό παιδί είχε μάθει να παίρνει χωρίς να δίνει. Γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας από την Ήπειρο. Ο πατέρας της υπηρετούσε στο στρατό και αποστρατεύτηκε με τον καταλυτικό βαθμό του στρατηγού, υπηρετώντας τη χώρα σ’ εποχές δύσκολες. Η μητέρα της, η Ελάιζα, ήταν γόνος στρατιωτικών βαθειά φιλελλήνων και ανθρωπιστών, καταγόταν από την Αυστρία, τη χώρα των βαλς και των μεγάλων συνθετών. Λάτρης της κλασικής μουσικής, μία αγάπη την οποία είχε μεταδώσει στα δυο της παιδιά. Τον πρωτότοκο Ιωάννη Στράους και τη δευτερότοκη Μαργαρίτα Μάρλεν.

Οι γονείς της Μαργαρίτας γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 1935 όταν ο πατέρας της Μιχάλης Ρομαντζάκης, που ήταν μέλλος μιας στρατιωτικής αποστολής, είχε μεταβεί για κάποιες μέρες στη Βιέννη. Στη δεξίωση που δόθηκε προς τιμήν της ελληνικής αποστολής γνώρισε την Ελάιζα Μπράουν που συνόδευε τον τότε συνταγματάρχη πατέρα της Όλαφ Μπράουν. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος για τους δύο νέους. Έτσι λοιπόν στους επόμενους μήνες η Ελάιζα Μπράουν μετακόμισε στην Ήπειρο όπου και παντρεύτηκε το νεαρό και πολλά υποσχόμενο Λοχαγό Μιχάλη Ρομαντζάκη. Οι δυο τους  έζησαν ευτυχισμένα μέχρι τα βαθειά γεράματα φέρνοντας στον κόσμο δύο παιδιά. Την ανατροφή των οποίων είχε αναλάβει εξολοκλήρου η Ελάιζα, στα οποία είχε εμφυσήσει τον ανθρωπισμό, την αγάπη για την αρχαία Ελλάδα, αλλά και τον σκεπτικισμό ως προς το θέμα των θρησκειών. Η Ελάιζα είχε την απόλυτη υποστήριξη από τον άντρα της για τον τρόπο που αυτή μεγάλωνε τα δυο τους παιδιά, αν και οι απόψεις τους διέφεραν καθώς ο άντρας της ήταν ένας άνθρωπος συντηρητικός και βαθειά θρησκευόμενος. Έτσι λοιπόν η μικρή Μαργαρίτα ανατράφηκε σ’ ένα κόσμο απόλυτης ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Έμαθε από τη μητέρα της ότι σαν γυναίκα πρέπει να είναι ανεξάρτητη διεκδικώντας τα θέλω της και ακολουθώντας τα όνειρά της. Τα μαθήματα πιάνου, γαλλικών και αρχαίας ελληνικής γραμματείας ήταν η καθημερινή ρουτίνα των παιδικών της χρόνων.

Τα μέσα της δεκαετίας του 60 τη βρίσκουν στο Παρίσι να σπουδάζει στη σχολή Καλών Τεχνών και να συναναστρέφεται με διανοούμενους και ανθρώπους που θα πρωτοστατούσαν στο Μάη του 68.  Ο πατέρας της ως βαθειά συντηρητικός ήταν αντίθετος στο να σπουδάσει η κόρη του στο Παρίσι. Η κίνηση αυτή της Μαργαρίτας τους έφερε σε μία σύγκρουση η οποία ήταν αναπόφευκτη. Αυτό θα έκανε το Μιχάλη Ρομαντζάκη να πάρει μία πολύ σκληρή απόφαση για την κόρη του που θα τη στοίχειωνε σε όλη της τη ζωή, φέρνοντάς τον έτσι και για πρώτη φορά αντιμέτωπο με τη γυναίκα του. Έτσι λοιπόν ο Μιχάλης Ρομαντζάκης προξένεψε με τον κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερο από την κόρη του συνάδερφό του Νίκο Μιχόπουλο. Στην αρχή η Μαργαρίτα έχοντας την απόλυτη συμπαράσταση της μητέρας της αντέδρασε σθεναρά φεύγοντας για πολλές μέρες από το σπίτι. Ο Μιχάλης Ρομαντζάκης ήταν όμως αποφασισμένος να κρατήσει το λόγο του. Ο γάμος έγινε πολύ βιαστικά, τον Απρίλιο του 1970, ένας γάμος που από την αρχή ήταν καταδικασμένος ν’ αποτύχει. Η Μαργαρίτα έκανε εμφανές από την πρώτη στιγμή στο Νίκο Μιχόπουλο ότι δεν τον ήθελε. Έτσι τον παίδευε με τα διάφορα καπρίτσια της σαν γνήσια κακομαθημένη αριστοκράτισσα.

Εκείνος καταγόταν από την Πελοπόννησο. Ήταν βαθειά συντηρητικός και θρησκευόμενος, όπως και ο πατέρας της Μαργαρίτας, ένας άνθρωπος που δεν χαμογελούσε ποτέ. Έμειναν μαζί με είκοσι χρόνια. Οι καυγάδες τους όλο αυτό τον καιρό ήταν ομηρικοί και γινόταν θέμα στα κοσμικά πηγαδάκια των πόλεων όπου η οικογένεια διέμενε κατά καιρούς λόγω των υποχρεωτικών μεταθέσεων του Νίκου Μιχόπουλου. Απέκτησαν δύο παιδιά το Μιχάλη και το Φίλιππο. Την ανατροφή των οποίων την είχαν αναθέσει εξολοκλήρου σε γκουβερνάντες. Με τη ζωγραφική δεν ασχολήθηκε ποτέ. Η Μαργαρίτα πνιγόταν μέσα στο συντηρητικό μικρόκοσμο που είχε δημιουργήσει ο άντρας της. Αυτό την οδήγησε στην ανάγκη να βρει κάποια διέξοδο. Έτσι λοιπόν αναζήτησε παρηγοριά στα χαρτιά, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια πιο έντονα, αδιαφορώντας στην πιθανότητα να το μάθει εκείνος. Ταυτόχρονα έπιασε δουλειά ως γραμματέας σ’ ένα γραφείο. Πολλά βράδια δεν πήγαινε σπίτι της, γιατί ξημέρωνε στα χαρτιά. Είχε εθιστεί τόσο πολύ που αδιαφορούσε για ό,τι και αν συνέβαινε γύρω της, με αποτέλεσμα να έρθει σε ολοκληρωτική αποξένωση με τα δυο της παιδιά. Όπως είχε δηλώσει κάποτε «η μητρότητα δεν είναι για όλες τις γυναίκες» και αυτό γιατί η Μαργαρίτα ποτέ της δεν θέλησε πραγματικά να γίνει μάνα.

Σε διάστημα τριάντα χρόνων είχε καταφέρει λόγω του εθισμού της με το τζόγο να χάσει όλη της την περιουσία την οποία είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της. Όταν πια τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει, ο άνδρας της ζήτησε από την Μαργαρίτα χωρίς μελοδραματισμούς να χωρίσουν, πιστεύοντας ότι ήταν καλύτερα για όλους. Αυτό το διαζύγιο έφερε τη λύτρωση και στους δύο. Τα παιδιά τους ακολούθησαν τον πατέρα. Έτσι λοιπόν ελεύθερη από τις οικογενειακές της υποχρεώσεις η Μαργαρίτα νοίκιασε ένα μικρό δυάρι στα Κάτω Πατήσια και ξεκίνησε τη νέα της ζωή. Τα βράδια την έβρισκαν στα καζίνο, όπου έβαζε ενέχυρο ό,τι ακόμα της είχε απομείνει. Ζούσε και ανέπνεε για τη ρουλέτα και τη τράπουλα, ξεχνώντας πολλές φορές ακόμη και το φαγητό.

Την ύπαρξη των παιδιών της σχεδόν την είχε διαγράψει από τη μνήμη της. Τα παιδιά της όμως πολλές φορές παραβλέποντας την απουσία της μάνας τους στις πιο τρυφερές στιγμές της ζωής τους, τότε που η ανάγκη για το χάδι της ήταν μεγάλο και τόσο σημαντικό όσο η ύπαρξη των λουλουδιών για τις μέλισσες, η Μαργαρίτα ήταν απούσα. Σκληρή και εγωίστρια για να ζητήσει συγνώμη και να χτίσει έστω και αργά σχέσεις ζωής με τα μοναδικά πλάσματα που όπως θα αποδεικνύονταν αργότερα την αγαπούσαν πολύ.

Όταν διαγνώστηκε με καρκίνο έκανε τα αδύνατα δυνατά για να το κρύψει απ’ όλους, όμως ακόμα και τότε που ο καρκίνος είχε εισβάλει στο σώμα της, εκείνη δε σταμάτησε να παίζει χαρτιά. Ξεροκέφαλη από παιδί, δεν έφταιγε η ίδια, έτσι την είχαν διδάξει, να απαιτεί, να είναι εγωίστρια και να μην αναγνωρίζει ποτέ τα λάθη της. Σαν κόρη στρατιωτικού είχε διδαχτεί από τον πατέρα της ότι η συγνώμη είναι για τους αδύναμους ανθρώπους. Γι’ αυτό το λόγο δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για το πρόβλημα υγείας της κρατώντας το ως επτασφράγιστο μυστικό. Όταν οι χημειοθεραπείες την είχαν καταβάλει βρήκε καταφύγιο σ’ ένα ίδρυμα φροντίδας ηλικιωμένων ατόμων. ‘Ήταν εβδομήντα χρονών, αδύναμη σωματικά, αλλά συνέχισε να είναι δεσποτική και απαιτητική. Τα μαλλιά της είχαν πάρει ένα έντονο ασημί χρώμα, κάνοντας τα φλογισμένα της μάτια να μοιάζουν σαν δύο μικρές φλόγες που αργοσβήνουν σιγά σιγά μέσα στο παλιό αραχνιασμένο τζάκι του πατρικού της.

Όταν είχε διαύγεια έλεγε: «στο μόνο άνθρωπο που έκανα τελικά κακό ήταν στον εαυτό μου» αλλά στη συνέχεια το μετάνιωνε, αναιρώντας τα λόγια αυτά. Η Μαργαρίτα μέχρι και το τέλος της ζωής της παρέμεινε αυτοκαταστροφική και εγωίστρια.

Όταν πια οι πόνοι την είχαν εξουθενώσει και το τέλος έφτανε όλο και πιο κοντά, ποιος ξέρει, ίσως και να ένοιωθε το χέρι της νεαρής Μαργαρίτας, της εγγονής της, αλλά και των δύο παιδιών της, του Μιχάλη και του Φίλιππου, να της κρατούν τρυφερά τα χέρια φιλώντας την στο μέτωπο, δίνοντάς της εκείνο το φιλί που η Μαργαρίτα τους το είχε στερήσει όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι λοιπόν ένα πρωινό του Γενάρη, όταν ο ήλιος ανέτειλε δειλά στον παγωμένο ουρανό, η Μαργαρίτα άφηνε την τελευταία της πνοή με την αίσθηση που αφήνουν τα δάκρυα, τα από καιρό κρατημένα στα μάτια, κυλώντας στο πρόσωπο την ώρα του θανάτου.

Καλό ταξίδι Μαργαρίτα.

Σας προτείνουμε...
Τα νέα μας στο inbox σας!
Εγγραφείτε στο newsletter μας για να είστε ενημερωμένες για όλα!

You can't download this image