dreams

γράφει η Γιώτα Αγαπητού

Ο Στέργιος εδώ και είκοσι χρόνια έχοντας πάρει άδεια από το Δήμο, στη συμβολή των οδών Λεωφόρου Δημοκρατίας και 28ης Οκτωβρίου, πουλάει λαχεία και όνειρα στους περαστικούς. Συχνά άνθρωποι περνούν από το σημείο εκείνο μόνο και μόνο για να κάνουν μια στάση, ώστε ν’ ανταλλάξουν  κάποιες κουβέντες και να μάθουν τα νέα της πόλης, ενώ κάποιες φορές να διηγηθούν μία δική τους ασήμαντη ιστορία. Όλοι, άνθρωποι ανεξαρτήτως  ηλικίας και φύλου, γνωρίζουν το Στέργιο, τον παχουλό εκείνο μαυρομάλλη άντρα, γύρω στα πενήντα πέντε, που με την πονηριά και την εξυπνάδα του μπόρεσε να γίνει το σήμα κατατεθέν της πόλης.

Τοπικοί άρχοντες, άνθρωποι που νοιώθουν ότι είναι σημαντικοί για την πόλη, ακόμη και άσημοι πολιτικοί του τόπου κοντοστέκονται για λίγο δίπλα στο μεταλλικό τραπεζάκι με την παλιά ξύλινη καρέκλα και το μικρό τρανζίστορ που παίζει ασταμάτητα μουσική ώστε ν’ αγοράσουν ένα λαχείο μόνο και μόνο για να βοηθήσουν οικονομικά το Στέργιο και ν’ ανταλλάξουν δυο κουβέντες.

Κάθε πρωί γύρω στις οχτώ ο Στέργιος ξεκινούσε τη δουλειά του ταχτοποιώντας με πολύ προσοχή στη μεταλλική στήλη κάθε είδους λαχεία. Από το απέναντι καφέ ο Μενέλαος του έφερνε ένα σκέτο διπλό ελληνικό, ένα μπουκαλάκι νερό και ένα κουλούρι με ταχίνι και σταφίδες. Ο Μενέλαος ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο αντάλλασε μία κουβέντα ο Στέργιος από την ώρα που ξυπνούσε. Έμενε μόνος του στο μικρό δυάρι που του είχαν παραχωρήσει οι γονείς του όταν βγήκαν στη σύνταξη και πήγαν να ζήσουν στο χωριό της μάνας του.

Ο Στέργιος δεν είχε παντρευτεί ποτέ, μα και νέος δεν είχε πολλές σχέσεις με γυναίκες. Μάλιστα όπως του άρεσε να λέει χαριτολογώντας, η μοναδική γυναίκα που ερωτεύτηκε ήταν η Θεά Τύχη που συνεχώς την κυνηγάει. Παρόλα αυτά λάτρευε όλες τις γυναίκες, όπως και όλους τους ανθρώπους, ενώ και κείνοι που έτυχε να τον γνωρίσουν των εκτιμούσαν βαθύτατα γιατί πάντα είχε να πει ένα καλό λόγο, ένα λόγο παρηγοριάς για τον καθένα και να χαμογελά γεμάτος συμπάθεια κάτω από τα μεγάλα μαύρα γεμάτα πονηριά μάτια του.

Μέρες εκλογών και ο Στέργιος βοηθάει την Έλλη, μια πενηνταπεντάρα άσημη δικηγόρο που κατεβαίνει στις δημοτικές εκλογές ως δημοτική σύμβουλος. Ντυμένη όπως πάντα με το αυστηρό της ταγέρ και τις χαμηλοτάκουνες γόβες της μοιράζει κάρτες με το όνομά της στους περαστικούς, που τις παίρνουν βιαστικά, μετά τις κοιτούν αδιάφορα και λίγα βήματα πιο κάτω τις σκίζουν και τις πετούν στο δρόμο.

Πολλές φορές η Έλλη απογοητεύεται και νοιώθει ντροπή, αλλά ο Στέργιος προσπαθεί να την πείσει να μη χάσει το κουράγιο της. Εξάλλου η ανάγκη της να γίνει και κείνη συστημική ξεπερνάει τις όποιες αναστολές της. Εκείνος άλλωστε το έχει δηλώσει ότι σέβεται όποιον άνθρωπο του ζητήσει τη βοήθειά του, αλλά δε θα δεχόταν, όπως λέει, να μπει ο ίδιος σε κομματικά καλούπια, αν και αισθάνεται πως είναι βαθύτατα πολιτικοποιημένος και ανθρωπιστής.

Εδώ και λίγο καιρό έχει παραχωρήσει ένα μικρό χώρο στο Θρασύβουλο, έναν άνεργο εξηνταπεντάρη που κάθε πρωί δίπλα στα λαχεία πουλάει στυλό και χαρτομάντιλα για να ζήσει εκείνος και η γυναίκα του, η οποία καθαρίζει σκάλες. Το ζευγάρι δεν έχει παιδιά μιας και η ζωή δεν τους τα έφερε βολικά ώστε ν’ αποκτήσουν ένα παιδί.

Κάθε μεσημέρι όταν σχολάνε τα παιδιά από το σχολείο, μία παρέα εφήβων, με τη σχολική τσάντα στον ώμο και τα κινητά στα χέρια, περνούν από τη γωνιά του Στέργιου για να ρεπάρουν μαζί του στίχους άσημων συγκροτημάτων που ανεβάζουν τη μουσική τους στου YouTube. Στίχοι που είναι γεμάτοι αντίδραση σε οτιδήποτε θεωρούν κομμάτι του συστήματος. Παρόλα αυτά ο Στέργιος που δεν θέλει να τους χαλάσει χατίρι τραγουδάει μαζί τους νοιώθοντας και κείνος για λίγο έφηβος.  Εξάλλου όπως τους λέει: «Κάντε τώρα την επανάστασή σας πριν απορροφηθείτε από αυτό που τώρα φτύνετε».

Τις ξέγνοιαστες στιγμές που περνάει με τους νέους έρχεται πολλές φορές να διακόψει η Μαρία, μία εξηντάχρονη γυναίκα που λόγω των δυσκολιών στη ζωής της δείχνει να είναι μεγαλύτερη. Κάποιες φορές η Μαρία κοντοστέκεται για λίγο ώστε ν’ ανταλλάξει μία κουβέντα με το Στέργιο και ν’ αγοράσει ένα λαχείο με την ελπίδα να βοηθήσει την κόρη της, την Ηλέκτρα. Η Μαρία κάθε φορά που αναφέρει το όνομα της κόρης της ξεσπάει σε λυγμούς. Εκείνες τις στιγμές ο Στέργιος την αφήνει να κλάψει και να διηγηθεί για πολλοστή φορά την ιστορία της. Μία ιστορία που συνέβη πριν από τριανταπέντε χρόνια όταν η Μαρία ερωτεύτηκε τον Άνθιμο, ο οποίος ήταν εργάτης στο επάγγελμα, αλλά και κείνη όμως προέρχονταν από μία φτωχή οικογένεια. Παντρεύτηκαν μέσα σ’ ένα χρόνο από τη γνωριμία τους, με τη μάνα του Άνθιμου, την κυρία Μερόπη, να έχει πάντα τον πρώτο λόγο στη ζωή του ζευγαριού. Μια γυναίκα αυταρχική που θεωρούσε το γιο της κτήμα της. Μετά λίγους μήνες από το γάμο τους η Μαρία έμεινε έγκυος, αλλά δυστυχώς εξαιτίας της εγωκεντρικής συμπεριφοράς και της γκρίνιας της πεθεράς της, αλλά και της δικής της ευαισθησίας απέβαλε. Ένα χρόνο μετά, παρά τον δύστροπο χαρακτήρα της κυρά Μερόπης, η Μαρία ξαναέμεινε έγκυος φέρνοντας στον κόσμο την κόρη της. Όταν ανακοίνωσε στην πεθερά της ότι το μωρό θα πάρει το όνομα Ηλέκτρα η Μερόπη θύμωσε πολύ και άρχισε τις απειλές. Την ημέρα που ήταν να βγει από το νοσοκομείο η νεαρή μητέρα με το μωρό της, ο Άνθιμος ανακοίνωσε στη γυναίκα του ότι εδώ και πολλούς μήνες έχει σχέση με μία άλλη γυναίκα και με τις ευλογίες της μητέρας του έχει σκοπό να την παντρευτεί. Μετά από αυτό η Μαρία χάθηκε στους σκοτεινούς λαβύρινθους της κατάθλιψης. Έτσι ο Άνθιμος με τη μητέρα του την έκλεισαν στο ψυχιατρείο παίρνοντας της το παιδί. Εκατόν ογδόντα μία  μέρες έμεινε κλεισμένη στην κλινική η Μαρία, μέρες που δε θα τις ξεχνούσε ποτέ, μιας και είχε δίπλα της κάθε είδους ψυχιατρικούς ασθενείς, γεγονός που την ταρακούνησε και την έκανε να σκεφτεί ότι θα έπρεπε να βγει από εκεί μέσα τόσο γι’ αυτήν όσο και για την κόρη της, για την οποία ήξερε πως στη συνέχεια θα έπρεπε να δώσει ένα σκληρό αγώνα ώστε να κερδίσει την επιμέλειά της. Ο Στέργιος άκουγε τη Μαρία χαϊδεύοντας της φιλικά τα μαλλιά, αρνούμενος κάθε φορά να πάρει το αντίτιμο του λαχείου που αυτή διάλεγε, λέγοντάς της: «άλλη φορά, εξάλλου δε θα χαθούμε, μακάρι να κερδίσεις αυτή τη φορά». Η Μαρία με αυτές τις κουβέντες χαμογελούσε, φωτίζοντας το βρεμένο από τα δάκρυα πρόσωπό της. Για τον Στέργιο εξάλλου ανθρωπιά σήμαινε ανέκαθεν να μπορεί να χαρίζει ένα φιλικό βλέμμα, μια καλή κουβέντα ή κάποια βοήθεια σε όποιον άνθρωπο τη είχε ανάγκη.

Σκοτεινιάζει και ο Στέργιος είναι έτοιμος να μαζέψει τα πράγματά του για μία ακόμα φορά, καθώς ανταλλάσει τις τελευταίες κουβέντες της ημέρας με την Τζένη και τον Πάρι. Δύο νέα παιδιά που εργάζονται σ’ ένα μπαράκι λίγο πιο κάτω. Φοιτητές και οι δύο που λόγω της κρίσης δουλεύουν για να μην επιβαρύνουν με τα έξοδα των σπουδών τις οικογένειές τους.

Βράδιασε για τα καλά και ο Στέργιος θα χαθεί και πάλι, όπως κάθε βράδυ, στα σοκάκια της φωτισμένης πόλης, εκεί όπου τα βήματά του θα τον οδηγήσουν στο μικρό δυαράκι της οδού Ανθέων 23. Ο Στέργιος μετά από ώρες φλυαρίας και επαφής με τους ανθρώπους θα βυθιστεί στην απόλυτη σιωπή, έχοντας για παρέα τα ποιήματα του Λειβαδίτη νοιώθοντας έτσι σαν ένας μοναχικός ήρωας του Μαρκές μέχρι να έρθει το επόμενο πρωινό.