conceptual-1280533_1920

γράφει η Ζωή Χαλκιοπούλου

Σαράντα και κάτι χρόνια μένω σ αυτή τη γειτονιά. Ζήλεψα κι άλλα μέρη, μα ποτέ δε σκέφτηκα να την αλλάξω. Σ αυτά τα 5-6 τετράγωνα έχω χαράξει όρια κι έγινε το χωριό μου. Μεγάλωσα με τους ανθρώπους του και ζήσαμε τόσες ιστορίες. Μοιράστηκα χαρές, λύπες, κουτσομπολιά, πικάντικα. Απ όλα έχει ο ντορβάς.

Μ αρέσει πολύ όταν τα πρωινά φεύγω για τη δουλειά και συναντάω τους ίδιους και τους ίδιους. Εκείνο το καλημέρα που ανταλλάσσουμε είναι απ την καρδιά. Όλοι εδώ και σήμερα, δόξα το θεό, σκέφτομαι τις περισσότερες φορές. Άμα κάνω καιρό να δω κάποιον αρχίζω να ανησυχώ. Έτσι κάνουμε όλοι δηλαδή, ρωτάμε ο ένας τον άλλον μέχρι να μάθουμε.

Σήμερα μου ήρθαν στο μυαλό διάφορες ιστορίες, έτσι ανακατεμένες.

Ακριβώς απέναντί μου για πολλά χρόνια, ζούσε ένα ζευγάρι. Μια κούκλα αυτή, ένας «πολλών καρδιναλίων» αυτός. Πήγαιναν-ερχόταν, δικαιώματα δεν έδιναν, η αλήθεια να λέγεται. Απλά ήταν λίγο μονόχνοτοι και οι δύο. Ώσπου ένα βράδυ, γίνεται ένας κακός χαμός. Να τα ουρλιαχτά, να οι τσιρίδες. Τα παντζούρια της γειτονιάς σηκώθηκαν συγχρονισμένα. Αστυνομία, κόσμος. Ο κύριος καρδινάλιος το έπαιζε δίπορτο. Εν αγνοία φυσικά της συζύγου, αλλά και της ερωμένης που της έταζε γάμο. Ω ρε γλέντια! Κανείς δεν τον ξαναείδε. Που να τολμήσει να ξαναπατήσει στη γειτονιά. Ίσως τον ξέκανε η συμβία του, δεν θα είχε κι άδικο. Όμως η δύστυχη ερωμένη ζει ακόμη και θρηνεί τον έρωτά της.

Λίγο παραπέρα μένουν δύο αδερφές, μεγάλης ηλικίας. Ανύπανδρες. Μια καστανή και μια μελαχρινή. Σωστές κυρίες. Με ωραίο παρουσιαστικό, μορφωμένες,  σοβαρές και πάντα γλυκομίλητες. Τις χαίρομαι πραγματικά. Βγαίνουν συνέχεια μαζί, θα πάνε σε θέατρα, σε γκαλερί και σχεδόν καθημερινά για καφέ. Τώρα μου ήρθε κάτι στο μυαλό. Δεν τις έχω δει ποτέ να φοράνε φούστα. Κι όμως η συμπεριφορά τους ξεχειλίζει  θηλυκότητα. Πριν ένα χρόνο, παραπάτησε η μία, η καστανή, και έβγαλε το γοφό της. Βλέπεις  ο χρόνος ψάχνει αφορμή για τρικλοποδιά. Η μελαχρινή λοιπόν ήταν πάνω κατά πάνω. Κουράστηκε πολύ να την φροντίζει γιατί είπαμε, δεν είναι σαν τον Παρθενώνα, αλλά τα χρονάκια τους τα έχουν. Και ω του θαύματος  έγινε περδίκι και ξανάρχισε τις βόλτες. Και τα κορίτσια λοιπόν, συνεχίζουν την ζωή τους από εκεί που την άφησαν κι εγώ χαίρομαι να τις βλέπω να κρατάει η μία το χέρι της άλλης.

Ζει κι ένας συνταξιούχος στη γειτονιά, απροσδιορίστου ηλικίας. Αυτός είναι βαρύς. Μετά το καλημέρα, δύσκολα να πει άλλη λέξη. Μια φορά που βρεθήκαμε τυχαία στο μάρκετ, συγκεκριμένα διαλέγαμε ντομάτες,  μου είπε «αυτό το στυλ με το κοντό μαλλί μ αρέσει πολύ». Σε συζήτηση δεν τον έχω πετύχει. Μα λένε ότι έχει πράμα μέσα του. Μιλάει αργά, λίγες κουβέντες και σταράτες. Ξεχωριστή μορφή. Ψηλός, με γενειάδα, ανέμελο ντύσιμο και κοτσίδα. Πολύ τον κάνω κέφι. Δεν έχω μάθει πολλά γι αυτόν. Πρώην ναυτικός, είπε η κυρία Νίτσα που είναι η τοπική εφημερίδα. Η γυναίκα του τον παράτησε, έχει μία κόρη από μια Βραζιλιάνα και ένα γιο από μια Γερμανίδα. Αυτά ξέρω, αυτά λέω.

Να σας πω και για την κυρία Νίτσα, την καθημερινή πικάντικη εφημερίδα. Ετών 82. Χήρα από διετίας. Καλά να είναι αλλά έχει τον ασταμάτητο. Κλείνουν πόρτες, παράθυρα, μαγαζιά, δρόμοι, όταν διαβαίνει. Ξέρει τα πάντα και έχει γνώμη για τα πάντα. Βρίσκει  και λύσεις για τα πάντα. Επιμένει για τα πάντα. Ενοχλεί τους πάντες. Ησύχασε ο κοσμάκης όσο κρατούσε το πένθος, την παρηγόρησε όσο μπορούσε, αλλά φαίνεται τα κατάφερε καλά, διότι το μοτεράκι της άρχισε να δουλεύει με πιο γρήγορους ρυθμούς. Διότι τώρα μένει μόνη. Σε ποιον θα τα πει; Κάπου πρέπει να ξεσπάσει. Δεν είναι κακιά, όχι. Απλά δε μπορεί να σταματήσει να μιλάει. Μιλάμε για πολύ ενέργεια. Εγώ την λέω την αμαρτία μου, κόβω δρόμο αν την δω από μακριά. Και φυσικά θα με φωνάξει αν με δει, γιατί βλέπει και καλά για γραία. Και τότε την έχω πατήσει. Θα μου πει για την απο πάνω της, την παραπέρα, την καθαρίστρια, ποιος χώρισε, ποιος θα παντρευτεί, ποιος κερατώνει, τι φαγητό έφτιαξε πριν δύο μέρες η κοπέλα στον 5ο, αν ξέρω τι ντουλάπια παρήγγειλε η Μαίρη 2 τετράγωνα παρακάτω, ότι το παιδί του Νίκου του ανθοπώλη δεν είναι δικό του αλλά από κέρατο, και πολλά ακόμη ενδιαφέροντα. Την κυρία Νίτσα την ξέρω 30 κάτι χρόνια. Βρε ίδια κι απαράλλακτη έμεινε. Απλά γέρασε και πηγαίνει λίγο πιο αργά. Μα έτσι γλυτώνουν μερικοί απ την πολυλογία της.

Κι έτσι συνεχίζεται η ζωή στο «χωριό» μου.

Πολλοί έχουν φύγει, μα η γεύση είναι η ίδια. Ιστορίες …ιστορίες …ιστορίες…

Και κάπου εκεί μέσα είμαι κι εγώ.

Και το απολαμβάνω.