4hahga

γράφει η Ζωή Χαλκιοπούλου

Άνοιξε την εξώπορτα, πήρε την βαλίτσα και έριξε μια τελευταία ματιά στο φάκελο πάνω στο τραπέζι. Αποστολέας Αυτή. Παραλήπτης Αυτός.

– Γυρίζω πίσω, μη με ψάξεις. Τον είχε προειδοποιήσει πολλές φορές. Οι λεπτομέρειες κάνουν την διαφορά. Μα άφησε να της καρφώσει μια ταμπέλα στην πλάτη και να την κουβαλάει φορτίο. «Μου ανήκεις». Προσπαθούσε καιρό να την πετάξει, μα τα χέρια της δεν έφταναν. Σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια, μα ούτε γι αυτό ήταν ικανή. Δεν ήταν ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη. Δεν έκλαιγε, ούτε γελούσε. Έβλεπε τη μιζέρια της, μα δεν επαναστατούσε.

Η ζωή της ήταν απλά αδιάφορη.

Τα πάντα περνούσαν μέσα απ Αυτόν. Και πορευόταν. Σιγά σιγά απέρριψε τον εαυτό της, πολύ γρήγορα αδιαφόρησαν οι γύρω της. Πήρε το μετρό για αεροδρόμιο. Το απόγευμα που Αυτός θα διαβάζει το γράμμα, Αυτή θα είναι πολύ μακριά. -Φταίω, σκεφτόταν. Και τώρα το σκάω σα τον κλέφτη. Προσπάθησε όπως όπως να παραχώσει τα κομμάτια της μέσα στη βαλίτσα. Μα το μεγαλύτερο, ο έρωτας, δε χωρούσε. Το άφησε πάνω στο κρεβάτι, να κάνει παρέα στα ποτισμένα απ το άρωμά του σεντόνια. Αυτό του ανήκει. Πολύ καιρό παζάρευε την ελευθερία της. Με ίσως, με μπορεί, με αναμονή, δε στέκεται η αγάπη. Την χάρισε και προτίμησε τον καθαρό αέρα. Έριξε μια ματιά στους επιβάτες.

-Που πηγαίνουν άραγε; αναρωτήθηκε. Ένιωσε ξαφνικά να σφίγγεται το στομάχι της.

-Πρέπει να κατέβω, να προλάβω πριν πάει στο σπίτι. Το κεφάλι της βουίζει και αρχίζει να χάνει το κόσμο γύρω της.

– Ηρέμησε εδώ είμαι!
Ξύπνησε μέσα στην αγκαλιά του. Ούτε στο όνειρο μπόρεσε να δραπετεύσει.

-Μια τελειωμένη ιστορία είμαι, σκέφτηκε.

Όχι, δεν το διαπραγματεύομαι πια. Έβαλε το χέρι κάτω από το μαξιλάρι. Ο φάκελος ήταν ακόμη εκεί.

Σηκώθηκε και άνοιξε το παράθυρο να μπει φρέσκος αέρας. -Σ αγαπώ, του είπε. Αν σου λείψει το υστερόγραφο, έλα να με βρεις. Του έδωσε το γράμμα και έφυγε.

epaggelmagynaika.gr