Sad woman looking through a car window

Ρε Μάνα που χάθηκες, καιρό έχεις να φανείς.
Τον καημό μου δεν τον ακούς.
Το ταβάνι στάζει δάκρυα, εσύ πως αντέχεις;
Ξέρεις τι πεθύμησα Μάνα;
Εκείνους τους ατέλειωτους τσακωμούς μας.
Με πείσμα να μου βάζεις το σκουπόξυλο στο χέρι.
Κι εγώ να το κάνω μικρόφωνο.
Ήθελες να γίνω σαν κι εσένα, μα ποτέ δεν τα κατάφερα.
Εσύ ήσουν μία και μοναδική.
Θυμάσαι Μάνα;
Σαν τα βρίσκαμε έψηνες εκείνο το μερακλίδικο καφέ
(δεν έχω ματαπιεί παρόμοιο).
Και μου λεγες,
«Άντε κάνε κι ένα τσιγαράκι τώρα».
Κουβέντα στη κουβέντα γέμιζε το τασάκι.
Κι αυτές οι θεϊκές τηγανίτες σου.
Έλαμπες όταν σε παίνευα για την νοστιμιά τους.
Ρε Μάνα, δεν έχω που ν ακουμπήσω.
Κοντεύω να ξεχάσω τη μυρωδιά σου και πονάω.
Θέλω να βάλω το κεφάλι μου στα πόδια σου.
Να με χαϊδέψεις όπως τότε.
Μετρούσα τις γραμμές στα χέρια σου.
Την δική μου ιστορία σιγοψιθύριζαν.
Ρε Μάνα, σε ποιον κόρφο τώρα να κουρνιάσω;
Ανάσες μου χάριζες, όταν μ έπνιγε ο φόβος.
Κι αυτός ντρεπόταν κι έτρεχε για να κρυφτεί.
Ρε Μάνα, πονούσες όταν έφυγα.
Πήρα καράβι να κυλάω πάνω στα δάκριά σου.
Δεν στο έδειξα αλλά γίνηκα κομμάτια.
Τα περισσότερα πίσω έμειναν, μαζί σου.
Κι εσύ τα κρατούσες φυλαχτό μέχρι να γυρίσω.
Να τα κολλήσεις πάλι όλα, να γίνουν ευχή.
Ρε Μάνα, γύρισα πάλι.
Κι έκαμες χαρά μεγάλη σαν με είδες.
Προσπάθησες να ισιώσεις το κυρτωμένο κορμί.
Μα δεν υπάκουσε.
«Άργησα», συλλογίστηκα.
Όμως κοινωνία ήταν ο καφές σου.
Κι αντίδωρο οι τηγανίτες σου.
Ρε Μάνα, να σου πω κάτι;
Κάτι μισό από μένα κι από σένα είναι δεμένα.
Κι αυτά πάντα μαζί ταξιδεύουνε.
Mα να, το ξεχνάω κάποιες φορές.
Κάτι τέτοιες στιγμές όμως σε ψάχνω απεγνωσμένα.
Μόνο ν ακούσω τη φωνή σου.
«Παιδί μου, ζωή μου».
Αχ Ρε Μάνα!