Ntinos_Iliopoulos

Συνεχίζοντας την αναπόληση μας, στον Παλιό Καλό Ελληνικό Κινηματογράφο, θα ήθελα να αναφερθώ σ’ έναν ηθοποιό που με τις ατάκες του, το μπρίο και την τσαχπινιά του, μας κάνει να ξεχνάμε τις δύσκολες στιγμές μας και να περιπλανιόμαστε ανέμελα για λίγες ώρες, μέρη και καταστάσεις που θυμίζουν γιορτή.  Σας παρουσιάζω:

Ο ΝΤΙΝΟΣ  ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1915 (άλλοι λένε το 1913) στην Αλεξάνδρεια από Έλληνες γονείς.  Ο πατέρας του καταγόταν από την Κυπαρισσία και η μητέρα του ήταν γεννημένη στην Υεμένη.  Ο πατέρας του ήταν έμπορος, αλλά λόγο του κραχ το 1929 καταστρέφεται οικονομικά  και έτσι αναγκάζεται να ταξιδέψει στην Μασσαλία, παίρνοντας φυσικά μαζί του τα τρία κορίτσια και τα δυο αγόρια του  και μετακόμισε στην ελληνική αποικία οπού εκεί έβγαλαν το δημοτικό και το γυμνάσιο. Τα γαλλικά ήταν η μητρική του γλώσσα και όταν γύρισε στην Ελλάδα, σε ηλικία περίπου 25 χρονών, γράφτηκε αμέσως για εμπορικές σπουδές για να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του και πήρε το πτυχίο του και  όταν πέθανε ο πατέρας του, αναγκάστηκε να κάνει πολλές δουλειές. Ο ίδιος χαρακτηριστικά έλεγε πως άλλαζε τις δουλειές σαν τα ξυραφάκια του.  Πήγε και φαντάρος (η οποία θητεία λόγο πολέμου κράτησε αρκετά), αλλά λίγο πριν απολυθεί, παίρνει την μεγάλη απόφαση και έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου (στο Εθνικό, όπως λεγόταν τότε),  το οποίο όπως και για πολλούς άλλους τεράστιου ηθοποιούς, τον απέρριψε πριν ακόμα προλάβει να τελειώσει την απαγγελία του πρώτου στίχου του 

Καβάφη. Δεν το έβαλε όμως κάτω και παρά την κατοχή και την πείνα που μάστιζε εκείνη την εποχή έδωσε πάλι εξετάσεις, αλλά αυτή τη φορά στου Σαραντίδη και πέρασε. Η αγάπη του για το θέατρο ήταν τόσο μεγάλη, που στο σπίτι του έκανε συνέχεια εξάσκηση και ότι χορευτικό ή τσαχπινιά έβλεπε από τον Φρεντ  Αστέρ και  τον Τζιν Κέλι το προσπαθούσε για ώρες, μέχρι να το φέρει στα δικά του δεδομένα και να βγει μια ομορφιά.

Το 1944 έκανε την πρώτη του εμφάνιση με μια μικρή ατάκα, αλλά έπαιξε δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς. Μάλιστα σ’ ένα θεατρικό που έπαιξε, μετά από 2 χρόνια, δίπλα στον αξέχαστο  Μάνο Κατράκη, τράβηξε την προσοχή και εκεί ήταν που τον είδε κατάπληκτος ο Λογοθετίδης και φώναξε αυθόρμητα : «Θεέ μου, τι καταπληκτικός Κλόουν»!

Η Κοτοπούλη που διέκρινε εύκολα το πολύ μεγάλο του ταλέντο, τον περιέβαλε με μεγάλη στοργή και εκείνος όμως σαν ανήσυχος που ήταν, δοκίμασε αμέσως και στην επιθεώρηση, κοντά στον Μίμη Φωτόπουλο, όπου εκεί έγινε και η μεγάλη αποκάλυψη του κωμικού του ταλέντου. Μπορούσε να οικειοποιηθεί οποιοδήποτε ρόλο έπαιζε και να τον κάνει κομμάτι του εαυτού του. Το 1977 έπαιξε και αρχαία κωμωδία.

Έπαιξε  πολλές ταινίες, θεατρικά και δεν σταματούσε ποτέ. Πάντα έψαχνε το καλύτερο. Σε μια ταινία που έπαιζε τον θαυματοποιό, για να ενσαρκώσει ποιο καλά τον ρόλο, πήρε μαθήματα ταχυδακτυλουργού. Ήταν τόσο καλός μαθητής, που σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, έμαθε τόσο καλά κόλπα που όλοι οι συνεργάτες του μένανε άναυδοι. Μάλιστα ο Γεωργουσόπουλος τον έλεγε, δραπέτη κλόουν από το τσίρκο του φεγγαριού.

Το 1963 δημιουργεί την δική του θεατρική επιχείρηση και γίνεται και θιασάρχης, ανεβάζοντας με μεγάλη επιτυχία πολλά έργα ελλήνων και ξένων συγγραφέων, που αργότερα μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο. Για κάποιο διάστημα έγιναν και συν θιασάρχες μαζί με τον Μίμη Φωτόπουλο, με τον οποίο τα έργα που ανέβαζαν ήταν υψηλού επιπέδου.  Όμως τις οικονομικές απαιτήσεις που χρειάζονταν για να συντηρηθεί το θέατρο, τις έκανε με βάση το φιλότιμο του και όχι τα πραγματικά οικονομικά, τα οποία και  είχε σπουδάσει.  Προσλάμβανε ας πούμε παραπάνω ηθοποιούς απ’ αυτούς που χρειαζόταν μια παράσταση, για να βοηθήσει οικονομικά κάποιον άνεργο συνάδελφό  ή φίλο του. Πάντα πλήρωνε το φαγητό και τις πρόβες των ηθοποιών, σε μια εποχή που οι επιχειρηματίες θεάτρων δεν το έκαναν ποτέ. Η γυναίκα του που ήταν πάντα κοντά του, τον συμβούλευε ότι ακόμα και στις δικές του πληρωμές, έπαιρνε πολύ λίγα.  Πολλά χρόνια αργότερα το συνειδητοποίησε και έλεγε ότι αισθανόταν ότι έλειπε πάντα ένα μηδενικό από την αξία του στις πληρωμές του.

Η τελευταία του παράσταση σαν θιασάρχης, ήταν μια σουρεαλιστική παράσταση που έδειχνε έναν Ηλιόπουλο τελείως διαφορετικό απ’ αυτόν που είχε αγαπήσει το κοινό. Έτσι η μια παράσταση μετά την άλλη άρχισε να μην πηγαίνει καλά και τα οικονομικά το ίδιο. Για να μπορεί να πληρώνει τους ηθοποιούς, γυρνούσε στο σπίτι του με τα πόδια και η οικογένεια του άρχισε να υποφέρει. Άρχισε να παίζει δεύτερους και τρίτους ρόλους, γιατί και χρυσή εποχή του κινηματογράφου είχε αρχίσει να τελειώνει.  Έτσι η μόνη λύση ήταν να φύγει στην Αμερική και τον Καναδά, μόνος του, για περίπου δυο χρόνια και αφού έπαιξε σε 60 πολιτείες, μπόρεσε να φέρει σε μια ισορροπία τα οικονομικά του και γυρνώντας στην Ελλάδα, μπόρεσε και έπαιξε ξανά μαζί με μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου.

 

Ενώ στην σκηνή αποζητούσε τη δόξα, στην προσωπική του ζωή, στην καθημερινότητα του  προσπαθούσε να περνάει απαρατήρητος. Από την μια ήταν πάντοτε χαμογελαστός και γλυκός, με όσους τον πλησίαζαν, άλλα από την άλλη ήταν σεμνός και ολιγαρκής, που δεν ήθελε να τραβάει τα βλέμματα. Όταν πήγε ήθελε να δει κάποια ταινία στο σινεμά, έμπαινε πάντα την τελευταία στιγμή που έσβηναν τα φώτα. Ένα περιστατικό που είχε γίνει την δεκαετία του ΄50, όταν με την Κοτοπούλη πήγαν να δουν ταινία στο σινεμά, ο ταμίας τον αναγνώρισε και του είπε γεμάτος δέος «Περάστε κύριε Ηλιόπουλε», εκείνος τρομοκρατημένος τον πλησίασε γρήγορα και του είπε «Μα είμαι με την κ. Κοτοπούλη». Όταν κάθισαν, τη Κοτοπούλη άρχισε να του λέει «Βρομόπαιδο, με τις βρομοταινίες σου τι νομίζεις πως είσαι;» Τότε εκείνος αγχωμένος της απάντησε ότι δεν νομίζει ότι είναι κάτι και ότι την επόμενη φορά που θα βγουν θα κρύψει το πρόσωπο του με την μπέρτα του Άμλετ.

Παρ’ όλα αυτά όμως, όταν άκουγε στο δρόμο να τον φωνάζουν ‘’Ντίνο, Ντινάκο’’ η συγκίνηση του δεν περιγραφόταν. Αισθανόταν περίεργα, όπως έλεγε ο ίδιος, σαν γυναίκα που την πειράζουν στον δρόμο, αλλά και όταν δεν την πειράζουν. Ήταν πάντα αυθόρμητος και όταν είχε συναντήσει κάποτε τον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο, δεν δίστασε να του κάνει τράκα τσιγάρο και να του ζητήσει και ‘’φωτίτσα, φωτίτσα, Μεγαλειότατε;’’, μια ατάκα που έμεινε στην ιστορία.      

Μια ιστορία που θυμάται ο ίδιος, ήταν στο έργο Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες, εκεί που με τον Χατζηχρήστο πρέπει να πηδήξουν από το παράθυρο του ξενοδοχείου για να γλιτώσουν τον φονιά. Ο Σακελάριος τους έδειξε το παράθυρο του δεύτερου ορόφου και τους είπε να μην φοβούνται γιατί είναι από κάτω οι πυροσβέστες με τεντωμένο πανί.  Μάλιστα ένας πυροσβέστης ανέβηκε να τους δείξει την τεχνική πώς να πέσουν, για να μην φοβηθούν και μόλις έπεσε άκουσαν από πάνω ένα μπαμ και ένα ωχ…. γιατί οι συνάδελφοι του δεν κρατούσαν καλά τεντωμένο το πανί. Μόλις ανέβηκε στο περβάζι και κοίταξε κάτω, του κοπήκαν τα πόδια και είπε του Χατζηχρήστου πως φοβάται. Τότε εκείνος βλέποντας τον κόσμο που είχε μαζευτεί για να δει γύρισε και του είπε ‘’Τώρα εκτεθήκαμε, πέθανε!’’ και με το που πηδάει ο Ηλιόπουλος, απευθείας πήδηξε και ο Χατζηχρήστος. Ευτυχώς η σκηνή πέτυχε με την πρώτη.

Διακρίθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α΄, πήρε Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών στο 1999 από τον Δήμο Αθηναίων και τιμητική πλακέτα από τον Δήμο Πειραιά το 2000. Έπαιξε και στην τηλεόραση, γιατί ήταν πολύ δραστήριος άνθρωπος, όμως το θέατρο ήταν πάντα η μεγάλη του αγάπη. Ο ίδιος έλεγε, ότι χρωστάει πάρα πολλά στο θέατρο, αλλά έδωσε και στο θέατρο πάρα πολλά και αυτά ήταν η ίδια του η ψυχή.

Παντρεύτηκε το 1964 την Χίλντεγκαρντ και απέκτησε δυο κόρες. Ήταν καλός οικογενειάρχης, στοργικός Πατέρας και ένας αθόρυβα δημιουργικός άνθρωπος.  Στην τελευταία του παράσταση το 1999 γλίστρησε στη σκηνή και έτσι βρέθηκε στο ΚΑΤ. Αυτό ήταν και το ξεκίνημα του τέλους, γι’ αυτόν τον φινετσάτο ηθοποιό. Τις τελευταίες μέρες λίγο πριν φύγει για την συνοικία των αγγέλων, με το γλυκό του χαμόγελο που ακόμα και τότε σκόρπιζε αισιοδοξία, αποτάθηκε στην πνευματική του Μάνα: «Κυρία Μαρίκα του παραδείσου, το βρομόπαιδο σας δεν το κούνησε ποτέ από τον ήλιο σας.» Ευγενής και Αξιοπρεπής όπως ήταν πάντα πριν πεθάνει ζήτησε να γραφτεί και υπάρχει  πάνω στο μνήμα του «Με συγχωρείτε κυρίες μου που δεν μπορώ να σηκωθώ».

Έφυγε από κοντά μας στις 4 Ιουνίου 2001 σε ηλικία 86 (ή 88) ετών και μας άφησε μια παρακαταθήκη που δεν θα σβήσει ποτέ, από το μυαλό, την ψυχή και την καρδιά μας.

Λουίζα Σαμαντζή