Με κόκκινη κλωστή δεμένη…..(Μέρος 1)

Με κόκκινη κλωστή δεμένη είναι η ηρωίδα της ιστορίας μας… Μια ιστορία χωρισμένη σε τρία μέρη, την κορύφωση της οποίας θα διαβάσουμε στις 25 Νοεμβρίου Παγκόσμια Ημέρα Κατά της Κακοποίησης των Γυναικών…..

Μέρος 1

Κόκκινη κλωστή δεμένη…στο δάχτυλο της, να την προστατεύει απ’ τον ήλιο… κοριτσάκι πράμα, ένα καστανόξανθο, ζουμπουρλούδικο παιδάκι, που οι μπούκλες του, έφταναν στη μέση. Μεγαλωμένο αυστηρά, με αρχές και κανόνες, με την εκκλησία τις Κυριακές, τις νηστείες, τα έθιμα τα Χριστιανικά. Οι γονείς της, είχαν μαγαζί σε κεντρικό δρόμο των Αθηνών, εκεί έβγαλε, τα πρώτα της χρήματα, δίνοντας με χαμόγελο, τα ρέστα στους πελάτες, και μασώντας αργά και απολαυστικά, τα ζεστά αμύγδαλα, που έβγαζαν οι φούρνοι. Ξηρούς καρπούς, αποξηραμένα φρούτα, καφέδες απ’ όλο το κόσμο, και τα τελευταία χρόνια προστέθηκε η σοκολάτα. Σειρά, είχαν κάτι στρογγυλά τραπεζάκια με φινετσάτες καρεκλίτσες, και επόμενο βήμα φυσικά, οι πελάτες για τον καφέ που έπαιρναν για το δρόμο. Η σοκολάτα σαν ρόφημα, ήταν εκείνη που τους έκανε διάσημους στο κόσμο των φοιτητών….μάτσο το φοιτηταριό…. ουρές έκαναν για μια ζεστή σοκολάτα, με μπόλικη φρέσκια κρέμα, αρωματισμένη με κανέλα, η χοντροτριμένη κουβερτούρα.

Η Σοφία, σπούδαζε και η ίδια, αλλά καθόταν και στο ταμείο…παρέα της τα βιβλία,  μια κούπα καφέ, με άρωμα μόκα, και ένα λουκούμι Χιώτικο, γεμάτο άρωμα μαστίχας! Αυτό ήταν και η αιτία, να της χαμογελάσει ο Θεός….Χριστέ μου….ο Θεός ήταν ο λεπτοκαμωμένος φοιτητής, με το τζιν και το καρώ  κασκόλ στο λαιμό συνέχεια. Το χαμόγελο του, της προκαλούσε τρέμουλο στα δάχτυλα, δυσκολευόταν να πατήσει, τους αριθμούς στη μηχανή….ο Θεός, ήταν ο έρωτας της. Έμπαινε δυο φορές την ημέρα στο μαγαζί….έπινε σκέτο καφέ εσπέσσο, και τον ήθελε στο πιο μεγάλο χάρτινο φλιτζάνι, για να βάζει μέσα νερό…έτσι είχε πει στον υπάλληλο. Η Σοφία, είχε δει άπειρους τρόπους, για το πως έπιναν οι πελάτες τον καφέ τους, που δεν της έκανε εντύπωση.  Εκείνο το απόγευμα, ο Θεός μπήκε χωρίς να τον δει, την ώρα που εκείνη μασουλούσε το λουκουμάκι της, διαβάζοντας ένα παχύ βιβλίο, που αναφερόταν στη Χημεία…Χημικός ήθελε να γίνει το κορίτσι! Όταν τον είδε να στέκεται μπροστά της, το λουκούμι κόλλησε στο λαιμό της, ενω στα χείλη της, υπήρχε ένα  άσπρο στεφάνι άχνης. Κατακόκκινη, και σίγουρη πως θα πέθαινε, πρώτα απο ασφυξία, αφού δεν ανέπνεε, και μετά απο ντροπή, αφού όλο αυτό, θα  γινόταν μπροστά του, πάτησε λάθος πλήκτρα στη μηχανή, βγάζοντας ένα τρελό ποσό. Το ακύρωσε στα γρήγορα, καθώς αγωνιζόταν για ανάσα. Ένα ποτήρι νερό  βρέθηκε μπροστά της, και ο Θεός χαμογελούσε. -Πιες το ομορφιά μου, της είπε τρυφερά. Μόνο πρόσεξε μην βγάλεις την άχνη απ’ τα χείλη σου, αυτήν τη θέλω εγώ. Το λουκούμι κατέβηκε απότομα, ούτε κατάλαβε πως, και ο Θεός άνοιξε το πορτοφόλι του. Της έδωσε τα χρήματα, και έσκυψε απο πάνω της. -Θα είμαι απ’ έξω και θα σε περιμένω….καιρός να γνωριστούμε, της είπε σιγανά.

Και η Σοφία, έτρεξε να συναντήσει το παραμύθι της, τον πρίγκηπα της, με το καρώ κασκόλ, και τα όμορφα μάτια. Του έδωσε την άχνη απ’ τα χείλη της πρώτα, και μετά την ύπαρξη της ολόκληρη. Το όνομα του Θεού Λευτέρης….δεύτερο παιδί μιας οικογένειας, με καταγωγή απ’ την Θεσσαλονίκη. Άρχισαν ένα μυστικό έρωτα, ματιές φιλιά στα κρυφά, και έρωτα στο αυτοκίνητο του, όταν ο συγκάτοικος διάβαζε. Αυτό κράτησε δυο μήνες…..η Σοφία δεν άντεξε, το είπε στη μητέρα της και στα αδέρφια της, και όλοι μαζί μετά στον πατέρα. Εκείνος, το μόνο που ζήτησε απ’ τη κόρη του, ήταν να προσέχει….έχεις μια επιστήμη να τελειώσεις, της είπε. Το ίδιο και εκείνος. Δεν ανέφερε πως ο νεαρός κόντευε τα 28 και ακόμα σπούδαζε. Έτσι ξεκίνησε, και η οικογενειακή σχέση. Ο Λευτέρης, στους επόμενους μήνες, πήγαινε στο μαγαζί όπως έκανε πάντα, αλλά τώρα καθόταν δίπλα της, και μοιράζονταν το λουκούμι, και αργότερα την άχνη….ο καφές  του, πάντα στο πιο μεγάλο φλιτζάνι,όχι χάρτινο πια αλλά πορσελάνη, εξακολουθούσε να θέλει μικρή αλλά γερή ποσότητα για να την αραιώνει..ποτέ δεν παρακολούθησε τη κίνηση του όταν έπαιρνε το καφέ του. Έβγαινε έξω, για λίγα λεπτά και μετά γυρνούσε έχοντας την πορσελάνη γεμάτη. Τον είχε πάντα πολύ κοντά του, και τον έπινε γρήγορα….δυο το πολύ τρεις γουλιές. Η Σοφία πετούσε στα σύννεφα, είχε βρει τον άντρα της ζωής της, όλα επάνω του της φώναζαν, πως ένιωθε το ίδιο, και απ’ την πλευρά των τρίτων, όπως πεθερικά, και δική της οικογένεια, ήθελαν αυτή την ένωση. Ο πατέρας της, όταν του ανακοίνωσαν πως θα περάσουν μερικές μέρες, με τους δικούς του γονείς, στο εξοχικό τους, στην Χαλκίδα, απλά κούνησε το κεφάλι του. Όταν έφυγε το ζευγάρι, γύρισε στη γυναίκα του σκεφτικός.Ετοιμάσου για μωρουδιακά, της είπε, και εκείνη χαμογέλασε.

Ο Λευτέρης ήταν έξω καρδιά τύπος, αλλά θύμωνε και εύκολα. Την Σοφία την ήθελε πάντα δίπλα του, ακόμα και όταν ήταν με τους δικούς της εκείνος της έλεγε να καθίσει κοντά του. Δεν του χαλούσε χατήρι, το σόι της μπορούσε να πνίξει κάποιον τόσο με το φαί αλλά και με την προσοχή που του έδειχνε. Ο Λευτέρης ήταν μαθημένος αλλιώς, είχε φύγει νωρίς απ’ το σπίτι του, και βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο ακόμα επειδή δούλευε και σπούδαζε, δεν τα είχε έτοιμα. Ο πατέρας της βγήκε αληθινός, η Σοφία, έμεινε έγκυος μετά απο έξη μήνες σχέσης… δεν είχαν προλάβει να ζήσουν μαζί….στην ουσία, δεν είχαν προλάβει να ζήσουν τίποτα. Αλλά και δεν γινόταν να το ρίξει….έτρεμε και μόνο στην ιδέα. Το είπε στην αδερφή της πρώτα….και εκείνη την πήγε στη μητέρα τους. Την ξεμονάχιασαν και της το είπαν….αυτό ήταν και η αιτία του πρώτου τους καυγά. Ο Λευτέρης παρέκαμψε τον ερχομό του μωρού του και την μάλωσε πολύ αυστηρά, λέγοντας της πως σε εκείνον έπρεπε να το είχε πει πρώτα. Η Σοφία έβαλε τα κλάματα, του ζήτησε συγνώμη, αλλά ο θυμός του ήταν μεγάλος, σχεδόν την έδιωξε. Μόνο στα πόδια του που δεν έπεσε για να την συγχωρήσει. Έτρεμε στη σκέψη πως θα τον έχανε, σάλευαν τα λογικά της. Τελικά, λίγο πριν ξημερώσει, και ενώ είχε γείρει αποκαμωμένη απ’ το κλάμα, στο κρεβάτι του μικρού σπιτιού του, εκείνος φάνηκε, να υποχωρεί μεγαλόκαρδα. Η ψυχή της, πήγε στη θέση της, και ορκίστηκε σιωπηλά, πως ποτέ μα ποτέ, δεν θα παρέκαμπτε τον άντρα της ζωής της. Άσε που είχε δίκιο….αυτός ήταν ο ενδιαφερόμενος, και κανείς άλλος. Τι δουλειά είχε η μάνα της και η αδερφή της, που τους έμπλεξε!

Τρεις μήνες αργότερα, ο γάμος έγινε, και όχι πολιτικός….θρησκευτικός με τα όλα του. Δεσπότες, νυφικά, δεξίωση, λουλούδια, πυροτεχνήματα, ο πατέρας  της Σοφίας, δεν ήθελε κάτι λιγότερο, για το κορίτσι του. Ο γάμος ήταν ιερός στην οικογένεια, δεν υπήρχαν ιστορικά διαζυγίου, και τα κορίτσια του, είχαν γαλουχηθεί απ’ την πλέον μαστόρισσα, την δική του μητέρα πρώτα, και μετά τη γυναίκα του. Το ζευγάρι, έφυγε για την Φλωρεντία, για 10 ημέρες, ένα ταξίδι στη Τέχνη, και την ομορφιά. Μόνο που το πέρασαν πολύ διαφορετικά, η Σοφία έβγαζε τα σωθικά της στην πανάκριβη λεκάνη του ξενοδοχείου και ο Λευτέρης πηγαινοερχόταν απ’ το μπαρ στο δωμάτιο όλη μέρα!!!! Η Σοφία, πρότεινε να καλέσουν το γιατρό του ξενοδοχείου, αλλά εκείνος δεν ήθελε, δεν είχε εμπιστοσύνη, όπως είπε στους κομπογιανίτες Ιταλούς….και έτσι γύρισαν πίσω, μια βδομάδα νωρίτερα.

Το σπίτι που θα έμεναν, ήταν ακριβώς πάνω απ’ το πατρικό της, ένα όμορφο διαμέρισμα, όχι μεγάλο αλλά μέχρι να ετοιμαστεί αυτό που της ετοίμαζαν οι γονείς της, στο Παλαιό Φάληρο δίπλα στης αδερφής της, τους έκανε μια χαρά.

Συνεχίζεται

Θεοδώρα Ατζεμιάν

No Comments Yet

Leave a Reply

Your email address will not be published.