e21cbb67c2c0ef2b71b4d5e934276db9_L-1000×750

ην επόμενη βιογραφία μου λέω να την αφιερώσω σ’ έναν άνθρωπο που πραγματικά ήξερα πάρα πολύ λίγα. Όταν άκουσα πόσα πέρασε, ένιωσα άσχημα που δεν είχα ακούσει ή διαβάσει αρκετά για αυτόν τον καταπληκτικό ηθοποιό, που πάντα προσπαθούσε να παραμείνει  ξένοιαστος και που ήταν και παρέμεινε μέχρι το τέλος αγωνιστής.

Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1913 στο Κολωνάκι  από εύπορη οικογένεια και η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του είχε χρυσοχοείο και είχε και δυο αδελφές. Όταν πέθανε όμως ο πατέρας του σε ηλικία 35 χρονών από ανακοπή,  ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν έφηβος και η μητέρα του για να ζήσει τα τρία της παιδιά, αναγκάστηκε να πουλήσει το χρυσοχοείο και σφουγγάριζε σκάλες. Έτσι άρχισαν να περνούν μια δύσκολη οικονομική κατάσταση. Από μικρή ηλικία γοήτευε τα κορίτσια του σχολείου του. Έκανε πλάκες στους δασκάλους του οι οποίες ήταν αρκετά σοβαρές και στο τέλος τον απέβαλαν απ’ όλα τα σχολεία της Αθήνας. Του άρεσε να βγαίνει τα βράδια, να πίνει με τους φίλους του και να φλερτάρει συνέχεια γιατί ήταν μεγάλος καρδιοκατακτητής.  Δεχόμενος πολλές πιέσεις από την οικογένεια του και  το 1930 κατατάχθηκε στην Σχολή Υπαξιωματικών Ναυτικού στην Κέρκυρα. Ήταν μόλις 17 χρονών και λόγω του ότι δεν ήθελε με τίποτα να πάει, το έσκασε κολυμπώντας, αλλά για να γλυτώσει από το στρατοδικείο επαινεύει η οικογένεια του, με κάποιες γνωριμίες που είχε. 

Μετά έφυγε για το Παρίσι για να σπουδάσει χρυσοχόος  και να μπορέσει να στήσει ξανά το χρυσοχοείο του πατέρα του, αλλά τελικά εγκατέλειψε αυτήν την ιδέα  και άρχισε να κάνει διάφορες δουλείες, πλύσιμο πιάτων, μοντέλο κ.α (γιατί η οικογένεια του δεν άντεχε να του στέλνει λεφτά και εκείνος να τα τρώει σε διασκεδάσεις και έτσι σταμάτησε να του στέλνει). Μια μέρα ένας φίλος του που έπαιζε ως κομπάρσος, τον παρακάλεσε να τον αντικαταστήσει σ’ ένα θεατρικό και έτσι βρέθηκε πάνω στην σκηνή σαν κομπάρσος. Η αμηχανία της πρώτης φοράς πάνω στο σανίδι και η θέα του κόσμου που τον κοιτούσε, τον έκανε αρκετά νευρικό. Εκεί τον είδε ο Λουί Ζουβέ και του είπε ότι κάνει για ηθοποιός και έτσι σπούδασε και έπαιζε στον Γαλλικό κινηματογράφο. Έτσι άρχισε την καριέρα του ως πρωταγωνιστής. Λόγο του ύψους του, της γοητείας του και του παραστήματος του, τον είχαν σαν έναν από τους πιο καλονούς της εποχής εκείνης. Ένας Ζεν Πρεμιέ.  Γύρισε στην Ελλάδα για να παίξει με την κα. Κατερίνα και μετά έφυγε πάλι για το Παρίσι, να συνεχίσει τις παραστάσεις του στο θέατρο. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να ξεκινήσει την καριέρα του, αλλά με το ξέσπασμα του πολέμου, επιστρατεύτηκε και χωρίς να το σκεφτεί πήγε στον πόλεμο όπου τραυματίστηκε κι’ όλας.   Οι πρώτοι του ρόλοι ήταν δραματικοί και πολλοί των θεώρησαν και ισάξιο του Μάνου Κατράκη. Βέβαια οι πρώτες κριτικές δεν ήταν και πολύ διθυραμβικές. Αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν.  Όταν ξεκίνησε να παίζει κωμωδίες άρχισε ακόμα πιο μεγάλη καριέρα, γιατί ο κόσμος δεν ήθελε πια να τον βλέπει αλλιώς.

Ήταν άριστος επαγγελματίας. Πρώτος πήγαινε στα γυρίσματα και τελευταίος έφευγε. Ήταν επίσης ικανός να γυρνάει μια κινηματογραφική σκηνή για ένα έργο και μετά να αλλάξει ρούχα και να πάει σε κινηματογραφικό γύρισμα άλλου έργου. Εργαζόταν συνέχεια και ανεξάντλητα.

Εκτός από την υποκριτική του άρεσε πολύ και το ποδόσφαιρο. Ήταν τερματοφύλακας, αν και τις περισσότερες φορές τον είχαν αναπληρωματικό και είχε παίξει και στην ΑΕΚ, η οποία ήταν και η αγαπημένη του ομάδα. Πήγαινε στο γήπεδο και έπαιρνε μαζί του και το γιό του και ας ήταν διαφορετική ομάδα.  Ήταν φανατικό οπαδός της, αλλά ήταν οπαδός και της Εθνικής Ελλάδας, που την ακολουθούσε πιστά. Μάλιστα είχε και ένα ατύχημα σε ένα παιχνίδι της Εθνικής. Στις κερκίδες που πήγε να κάτσει (με αριθμημένο εισιτήριο), διαπίστωσε πως οι καρέκλες εκεί είχαν χαλάσει και τις είχαν φτιάξει αυτοσχέδιες με ξύλα και τσιμεντόλιθους. Βέβαια αυτό δεν άρεσε του Κωνσταντάρα, αλλά δεν έδωσε συνέχεια.

Ένας τύπος που δεν είχε αριθμημένο εισιτήριο, την ώρα που σηκώθηκε ο ηθοποιός για τον Εθνικό μας Ύμνο, άρχισε να πηδάει από κάθισμα σε κάθισμα για να βρει θέση και πατώντας με δύναμη στην αυτοσχέδια κερκίδα, κλώτσησε τους τσιμεντόλιθους και έπεσε με δύναμη πάνω  στον Κωνσταντάρα. Ξαφνικά βρέθηκαν και οι δυο στο πάτωμα με τα ξύλα και τους τσιμεντόλιθους πάνω τους. Λένε ότι από τις φωνές του ηθοποιού σταμάτησε και ο Εθνικός Ύμνος για λίγο. Τους πήγαν στο ιατρείο του γηπέδου, όπου ο Κωνσταντάρας είχε χτυπήσει στο κεφάλι και παρά το δέσιμο, επανήλθε να δει την συνέχεια του αγώνα. Ο άλλος φίλαθλος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με μώλωπες. Όταν τελείωσε ο αγώνας πήγε ο ηθοποιός να δει τον τραυματισμένο, ο οποίος μόλις τον αναγνώρισε, δεν του έκανε παράπονα για τις σφαλιάρες που έφαγε, απλά του είπε πόσο βαρύ χέρι έχει. 

Ο πρώτος του μεγάλος έρωτας (πέρα απ’ τις εφήμερες σχέσεις που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή), ήταν μια νέα όμορφη ηθοποιός η Γιούλη Γεωργοπούλου. Μπορεί να είχε τελειώσει το Βασιλικό Θέατρο και μπορεί να ήταν περιζήτητη στους θιάσους, όμως η αγάπη της για τον Κωνσταντάρα την έκανε να τα εγκαταλείψει όλα. Παρά του ότι ήταν εναντίων του γάμου και της οικογένειας γενικά, η Γιούλη σήμαινε πάρα πολλά για ‘κείνων και έτσι για να μην την χάσει αποφάσισε να την παντρευτεί. Μάλιστα την έστησε και στο γάμο μια ολόκληρη ώρα, γιατί παρακολουθούσε τον αγώνα της ΑΕΚ η οποία έχασε και πήγε στην εκκλησία πάρα πολύ εκνευρισμένος. Ο γάμος τους δεν κράτησε πολύ, γιατί και πριν παντρευτούν είχαν καυγάδες, επειδή την ζήλευε και την ήθελε δική του, αλλά και μετά το γάμο, οι καυγάδες αυξηθήκανε (παρά το γεγονός ότι είχαν κάνει και ένα παιδί, τον Δημήτρη Κωνσταντάρα), γιατί και εκείνος δεν μπορούσε να αντισταθεί στις γυναίκες και δεν ήθελε να τον καταπιέζουν.

Η αιτία του χωρισμού, λένε,  ότι ήταν η Άννα Καλουτά, με την οποία έζησαν ένα παθιασμένο έρωτα περίπου 5 χρόνια, αλλά με τις ιδιοτροπίες του και τις περιοδείες τους, η σχέση τους φθάρθηκε και ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος.

Ένας άλλος μεγάλος έρωτας ήταν αυτός με την Χριστίνα Σύλβα, από την οποία γοητευτικέ πάρα πολύ από την ομορφιά της, την εξυπνάδα της και που ήταν γεμάτη από ζωή και χαμόγελο. Και εκείνη τρελά ερωτευμένη μαζί του, δεν δίστασε να του κάνει πρόταση γάμου, αλλά εκείνος δεν ήθελε να παντρευτεί ξανά και να κάνει άλλα παιδιά. Είχε είδη τον Δημήτρη. Έτσι σιγά σιγά έβλεπε τα προβλήματα που θα του δημιουργούσε αυτή η σχέση και την σταμάτησε μέσα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο (όπως λέει κάποιο φιλικό του πρόσωπο).

Λόγω του ότι έπαιζε πολύ συχνά με την Μάρω Κοντού, πολύ πίστευαν ότι είχαν παντρευτεί ή είχαν ερωτική σχέση. Κάτι που δεν ισχύει. Η μόνη σχέση που είχαν ήταν καθαρά επαγγελματική.

Στα 58 του χρόνια και μετά από διάφορες «πιέσεις» των συγγενών του (γιατί είπαμε ήταν κατά του γάμου), παίρνει την μεγάλη απόφαση να παντρευτεί ξανά, μια κοπέλα 25 χρόνια μικρότερη του, την Φιλιώ Κεκάτου, με την οποία ζούσε μαζί πριν παντρευτούν,  πάνω από 7 χρόνια. Όλοι ήθελαν να μπει σ’ έναν ρυθμό η ζωή του και πράγματι με αυτόν τον γάμο που κράτησε 24 περίπου χρόνια (μέχρι το τέλος της ζωής του), ο Κωνσταντάρας μπόρεσε να βρει την ηρεμία και την αφοσίωση. Αυτή η γυναίκα άντεξε τα τελευταία δύσκολα χρόνια της ασθένειας του, με τα συνεχείς εγκεφαλικά που περνούσε ο ηθοποιός, την μοναξιά και την μελαγχολία του. 

Έφτιαξε δικό του θίασο μαζί με την Τζένης Καρέζης, τον Νίκου Ρίζου, την Μιράντας και την Μάρω Κοντού. Από την πρώτη του κιόλας ταινία ήταν ο πρωταγωνιστής και συνεργάστηκε με πολλούς σπουδαίους ηθοποιούς. Στο ξεκίνημα του έπαιζε δραματικούς ρόλους, αλλά στην συνέχεια τον κέρδισαν οι κωμικοί ρόλοι.

Ήταν αρκετά ιδιότροπος και δεν ήθελε ν’ αλλάζει τίποτα από την καθημερινότητα του. Έτρωγε συνέχεια στο μέρος που του άρεσε. Περπάταγε πάντα στην ίδια πλευρά του πεζοδρομίου και αν βρισκόσουν εμπόδιο στο δρόμο του και έπρεπε να λοξοδρομήσει, ήταν ικανός να σε χτυπήσει και είχε πολύ δύναμη στα χέρια. Ήθελε η εφημερίδα του να είναι ατσαλάκωτη, αλλιώς δεν την διάβαζε. Ο ταξιτζής ήταν πάντα ο ίδιος (γιατί εκείνος δεν οδηγούσε)  και ήξερε ότι έπρεπε να τον πηγαίνει στο θέατρο από τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, για να μπορεί να ατενίζει την θάλασσα. Μια φορά τον πήγε μέσα από τις ψησταριές στη Βάρη και επειδή ήταν πολύ καβγατζής, έτοιμος ήταν να τον σπάσει στο ξύλο.

Του άρεσε να μετράει  Φολκς Βάγκεν μέχρι ένα συγκεκριμένο αριθμό, έκανε αφαιρέσεις και προσθέσεις και ήθελε να βγάζει πάντα θετικό πρόσημο. Ήταν ικανός να καυγαδίσει με όποιον τον ενοχλούσε την ώρα που μέτραγε. Θεωρούσε ότι όσα πιο πολλά αυτοκίνητα περάσουν δίπλα του, τόσα περισσότερα χρόνια θα ζήσει. Γι’ αυτό ήθελε πάντα να μετράει κάθε φορά πιο πολλά Φολκς Βάγκεν , για να ζήσει περισσότερο. 

Ήταν καλοσυνάτος, ανοιχτόκαρδος, γλυκός, αλλά εκνευριζόταν εύκολα, φώναζε και εκείνη την ώρα το καλύτερο που είχες να κάνεις ήταν να φύγεις από μπροστά του. Μόλις περνούσαν μερικά λεπτά και ηρεμούσε, ήταν τόσο γλυκός και αστείος, σαν μικρό παιδί. Έκανε πλάκες με πολλές όμως βωμολοχίες και έλεγε σόκιν αστεία. Ήταν αθυρόστομος. Τα χαστούκια όπως ήταν στις ταινίες, ήταν και στην καθημερινή του ζωή, όπως επίσης και οι μούντζες. Ή τις έριχνε στους άλλους ή ακόμα και στον ίδιο του το εαυτό.

Η τελευταία του ταινία ήταν ο Λαμπρούκος Μπαλαντέρ, το 1981 και παρόλο τα προβλήματα υγείας που είχε και το πρόβλημα δυσλεξίας, λόγο του πρώτου εγκεφαλικού που είχε περάσει, το 1978, μόλις ξεκίνησε να παίζει το πρόβλημα του ως δια μαγείας εξαφανιζόταν. Γενικά πρόσεχε την διατροφή του, γιατί είχε διαβήτη, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν έκανε καμία άσκηση, δεν περπατούσε και αυτό του δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα στο κυκλοφορικό του σύστημα.

Στενοχωριόταν και παραπονιόταν συχνά για την υγεία του. Οι γιατροί βέβαια του έλεγαν ότι πρέπει να σταματήσει και να ξεκουραστεί, αλλά εκείνος έλεγε ότι αν σταματούσε να παίζει θα πέθαινε. Το 1983 έπαθε το δεύτερο εγκεφαλικό το οποίο ήταν πιο βαρύ. Αποφάσισε να παραμείνει στο σπίτι του, για να μην τον βλέπει ο κόσμος έτσι και χαλάσει η εικόνα του, αλλά εκείνος είχε πέσει σε μελαγχολία. Δεν ήθελε ούτε οι συνάδελφοι του να πηγαίνουν να τον δουν στο καροτσάκι που πλέον καθόταν. Το 1985 η κατάσταση του έγινε χειρότερη και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Τον Ιούνιο  του 1985 στα 72 του χρόνια, έφυγε από την ζωή με το παράπονο γιατί να του συμβεί αυτό.  

Εμείς πάντως θα θυμόμαστε έναν όμορφο άντρα ψηλό, με γαλανά μάτια, με αρχοντικό παράστημα, που ήταν γεμάτος αγάπη για την ζωή και προσπαθούσε να την γευτεί όσο γινόταν καλύτερα.

Λουίζα Σαμανζτή