7c2e21b66fe2092f2389d5d702456712_L-1000×750
Στο άκουσμα και μόνο της καμπάνας από της επτά το πρωί σήμαινε το τέλος. Είχε έρθει η μέρα του αποχαιρετισμού, η ημέρα της αποχώρησης που θα σήμαινε το τέλος μιας εποχής και ποιός ξέρει μπορεί το ξεκίνημα μιας νέας πιο δημιουργικής, πιο δυναμικής, πιο ανεξάρτητης εποχής.

Πρώτες, πριν καν χτυπήσει η καμπάνα, είχαν πάει οι κλασσικές γιαγιάδες, με τα μαύρα μαντήλια, τα μαύρα πανωφόρια τους και αυτές τις απαίσιες μάλλινες κάλτσες που θυμίζουν εποχές ξεχασμένες από τον χρόνο. Δεν σεβάστηκαν τον ανθρώπινο πόνο, δεν σεβάστηκαν τον ιερό χώρο, ούτε και τον πόνο της μάνας και άρχισαν να σχολιάζουν. Ξέρω σε μια κλειστή κοινωνία θα ακουστούν πολλά..πολλά λόγια μα λίγη ουσία. Την αλήθεια στις κλειστές κοινωνίες δεν την μαθαίνεις ποτέ. Όχι ότι αν είμασταν σε κάποια μεγαλούπολη θα μαθευόταν η αλήθεια απλά εκεί ο καθένας ζεί το δράμα του μόνος του, κλαίει γοερά για την μοίρα του και δεν έχει έναν ώμο να σταθεί. Τί είναι όμως καλύτερο να είσαι μόνος και να αντιμετωπίζεις μόνος την ζωή ή να έχεις έναν ώμο να νιώθεις ότι στηρίζεσαι κάπου και μετά αυτός ο ίδιος ώμος που κλαίγατε μαζί να σε προδίδει? Σκληρή η απάντηση καρδιά μου..ο καθένας έχει την δική του απάντηση γιατί όλοι μας κουβαλάμε τον δικό μας σταυρό.

Ωστόσο άρχισαν να έρχονται συγγενείς, φίλοι, γνωστοί ακόμη και άγνωστοι ήρθαν. Η εκκλησία ήταν πλέον γεμάτη και παρόλο που έξω ήταν σκοτάδι , γιατί τέτοια εποχή ξημερώνει μετά τις 8..ο χειμώνας είναι βαρύς, βαρύς και ασήκωτος πολλές φορές, όλοι ήρθαν να συμπαρασταθούν στην οικογένεια. Το δράμα ήταν μεγάλο, ο σταυρός του μαρτυρίου βαρύς, αλλά έπρεπε να ανταπεξέλθουν να σηκώσουν το φορτίο και να βρουν την δύναμη να προχωρήσουν να στηρίξουν και το άλλο παιδί. Ο Θεός ευτυχώς του είχε χαρίσει δύο παιδία λες και ήξερε, αλλά τι λέω και βέβαια ήξερε. Γιατί ξέρει τα πάντα και για τα πάντα υπάρχει προσεκτική σχεδίαση.

Το σώμα μου ήταν εκεί. Ανάμεσα σε όλους αυτούς. Η ψυχή μου όμως ήταν δίπλα στα αγαπημένα μου πρόσωπα. Τους κρατούσα το χέρι, και προσευχόμουν και εγώ στον Θεό να συγχωρέσει της αμαρτίες μου, να έχω έναν καλό Παράδεισο όπως τόσοι άλλοι. Βλέπετε από μικρή η μαμά μου έλεγε πως ο Θεός όλα τα βλέπει και όλα τα συγχωρεί αρκεί να αναγνωρίσεις το λάθος σου και να ζητήσεις συγχώρεση, αλλά δεν πρόλαβα..νομίζω όμως πως έστω και τώρα μπορώ να το κάνω. Αυτά τα λευκά ρούχα δεν μου αρέσουν καθόλου αλλά δεν μπορώ να έχω άλλη επιλογή, τα μαλλιά μου ανέμελα όπως μου άρεσαν πάντα και στον λαιμό το αγαπημένο μου μεταγιόν. Η λάμψη του μεταγιόν καθρεφτίζεται πάνω στις εικόνες από το φως του πολυελαίου και προκαλεί ένα ρίγος σε όλους.

Η τραγική φιγούρα της μητέρας μου, να μου χαιδεύει τα μαλλιά, το πρόσωπο και να μην έχει την απαίτηση να περιμένει να της ανταποδώσω το χάδι, πόση δύναμη θέλει…Πόσο σθένος θέλει δεν το συζητώ…Είναι η επιβλητική της φιγούρα που δεν αφήνει περιθώρια στους άλλους να σταθούν κοντά της να την ηρεμήσουν και να της δίξουν ότι κατανοούν τον πόνο της.

Όμως η ιστορία έχει μια αρχή και αυτό είναι το τέλος, Ένα τέλος που είχε προδιαγράψει η αρχή.

Συνεχίζεται…

Ανώνυμη