Δύναμη Ψυχής

Περίεργο….την αποζητούσα τόσα χρόνια και τώρα που έγινε δεν ένιωθα καμιά χαρά ούτε καν την ανάγκη να χαμογελάσω! Και ήμουν τόσο σίγουρη πως θα γελούσα, πως θα χόρευα απ’ τη χαρά μου….γιατί γαμώτο δεν έγινε…γιατί πρέπει να πλακώνει το στήθος μου αυτή η απαίσια πέτρα…..
-Το κράτησες πολύ καιρό το μίσος, μου απάντησε η ίδια μου η φωνή, και εγώ τινάχτηκα ξαφνιασμένη. Είχε δίκιο…δεν έφευγε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη τόση χολή τόσο μένος…..μεγάλωσες μαζί του σε έθρεψε!
 
Άναψα ένα τσιγάρο και βγήκα στο μπαλκόνι, η νύχτα δεν ήταν τόσο ζεστή αλλά η κρυάδα μου άρεσε.Βρισκόμουν σε μια κλινική και ήταν περασμένα μεσάνυχτα….λίγο πριν είχα δει έναν άνθρωπο να πεθαίνει….μια γυναίκα τόσο απαίσια, που και μόνο η σκέψη της έφτανε να με αρρωστήσει…και να πάλι ήρθε ξανά, δεν μπορούσα να το αποφύγω..είχα γεμίσει με την εικόνα της, και ανάθεμα το μυαλό μου δάκρυσα….δάκρυσα για αυτήν που μισούσα με όλη μου τη ψυχή πριν ακόμα κλείσω τα δέκα μου χρόνια. Τότε άρχισα να θυμάμαι ξανά όλη την ιστορία….όλα όσα έκρυβε η αριστοκρατική πόρτα του πατρικού μου!

 

*Η μητέρα μου είχε διαγνωστεί με καρκίνο στα 37 της χρόνια. Ο πατέρας μου ήταν απαρηγόρητος, και τον άκουγα πολύ συχνά να λέει, πως θα έδινε ότι είχε και δεν είχε προκειμένου να την κάνει καλά. Φυσικά αυτό δεν έγινε ποτέ…..ο καρκίνος δεν του έκανε τη χάρη να εξαφανιστεί! Τότε έφερε στο σπίτι μια νεαρή κοπέλα…. ήταν όμορφη καλοκαμωμένη, και πολύ ευγενική. Μύριζε όμορφα σαν λουλούδι, και όταν με παιδική αφέλεια της το είπα, θυμάμαι το βλέμμα που της έριξε ο μπαμπάς μου! Τότε δεν καταλάβαινα, αργότερα έκανα τον απολογισμό! Μαζί με τον αδερφό μου μπαίναμε ορισμένες ώρες στο δωμάτιο της μαμάς… η πόρτα ήταν συνέχεια κλειστή! Την άνοιγε μόνο η Ανθή….αυτό ήταν το όνομα της! Είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι τη σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά οι ερωτήσεις που έκανα έπεφταν στο κενό…ο μπαμπάς δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου. Καθόταν ώρες στο γραφείο του και μετά στη κάμαρα του…..έμπαινε και εκεί η Ανθή…δεν ήξερα τότε το λόγο! Οι γιατροί έκαναν ουρά στο σαλόνι μας κάθε μέρα, και εγώ με τον αδερφό μου κλεινόμασταν στα δωμάτια μας. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να παρακολουθώ την Ανθή….δεν ξέρω γιατί… ίσως επειδή γελούσε πάρα πολύ, σε ένα σπίτι που δεν ακουγόταν ούτε μουσική! Ναι αυτό με είχε ενοχλήσει το γέλιο της…..ακουγόταν παντού ακόμα και στο δωμάτιο της μητέρας μου! Το μυστικό μου σαν παιδί ήταν που χωνόμουν στο δωμάτιο της μαμάς και σερνόμουν στο κρεβάτι της μόνο και μόνο να τη δω….ούτε εκείνη με έβλεπε….αλλά εκείνο το απόγευμα δεν κρατήθηκα και τη φίλησα….και εκείνη άνοιξε τα μάτια της.

 

-Μωράκι μου, ψιθύρισε και εγώ έσφιξα το χέρι της.

 

-Μαμά γίνε καλά… σε παρακαλώ γίνε καλά, της είπα και εκείνη δάκρυσε.

 

-Προσπαθώ μωρό μου….λίγο ακόμα θέλω, απάντησε και η φωνή της βγήκε βραχνή γρατσουνισμένη.

 

Τότε άκουσα το γέλιο της Ανθής στη πόρτα και σύρθηκα κάτω απ’ το κρεβάτι.

 

Μπήκε μαζί με τον πατέρα μου και φώλιασα περισσότερο στο τοίχο.

 

-Ορίστε της είδες, την άκουσα να λέει. Καθαρή ταισμένη τι άλλο θέλει;

 

-Πάψε, της απάντησε εκείνος. Σε ακούει!

 

-Ε και….τι θα μου κάνει θα σηκωθεί και θα με δείρει! Με την ένεση που της κάνω ούτε να μιλήσει δεν θα μπορεί!

 

Η φωνή της ήταν κακιά δεν ήξερα άλλη λέξη για να την παρομοιάσω, και είδα τα πόδια της να πλησιάζουν το μπαμπά μου.

 

-Κάνε μου έρωτα, του είπε πιο σιγά.

 

-Τρελάθηκες….τι λες;φώναξε εκείνος αλλά η Ανθή είχε κολλήσει πάνω του. Οι θόρυβοι που άκουγα ήταν άγνωστοι τότε….όπως και η θέα ενός ζευγαριού που κάνει έρωτα. Από ένστικτο και μόνο βγήκα απ’ την άλλη μεριά, και κοίταξα τη μαμά μου. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά γεμάτα δάκρυα και τους κοίταζε. Της έπιασα το χέρι και ίσα που κούνησε το κεφάλι της και σχημάτισε τη λέξη φύγε με τα χείλη….δεν μπορούσε να μιλήσει! Αυτό έκανα….τους άφησα να παλεύουν ο ένας κολλημένος στον άλλον και βγήκα τρέχοντας έξω. Η μαμά μου πέθανε ένα μήνα μετά….και φυσικά λίγο πριν κλείσει ο χρόνος της, η Ανθή πήρε τη θέση της με τιμές και δόξα. Κατέφτασε με άμαξα παρακαλώ σαν πριγκίπισσα και στρογγυλοκάθισε στη ζωή μας! Απο τότε χάσαμε το μπαμπά….έλειπε σε ταξίδια συνέχεια μαζί της….και ενώ μεγαλώναμε ερήμην του η Ανθή γοήτευε όλο και περισσότερο τον εξηντάρη πια πατέρα! Στα δεκαπέντε μου χρόνια ήρθε η πρώτη σύγκρουση μαζί της, αλλά εγω δεν ήμουν ο πατέρας μου. Πάτησα φωνές που με άκουσε όλο το τετράγωνο και εκείνη κατέφυγε στο μπαμπά μου για να με δαμάσει. Ποιος μπορούσε όμως να με πλησιάσει, ήμουν σαν πληγωμένο θεριό τους μισούσα όλους και ειδικά εκείνη…..μου τα είχε πάρει όλα, και την θεωρούσα υπεύθυνη για το θάνατο της μαμάς μου! Μπλέχτηκα σε παρέες ξενυχτούσα κάπνιζα τσιγαριλίκια και έτρεχα με μηχανές. Τότε τράκαρα….έσπασα χέρι και πόδι και παραλίγο να μείνω στο τόπο. Το θέμα είναι πως δεν με συνέφερε η τράκα αλλά ο αδερφός μου, αυτό το γλυκό αγόρι που έμπαινε στα δεκατρία και ήταν ακόμα πιο μόνο απο μένα.Ήρθε στη κλινική κλαίγοντας και με αγκάλιασε ψιθυρίζοντας πως αν με έχανε θα έβαζε τέλος στη ζωή του.

 

-Εσύ μου έμεινες, έλεγε και τα ματάκια του έτρεχαν. Τι θα κάνω αν μου φύγεις;

 

Με επανέφερε στη ζωή και την πραγματικότητα….ζήτησα απ’ το πατέρα μου να φύγουμε οι δυο μας να πάμε στην αδερφή της μητέρας μου για κάποιο χρονικό διάστημα και εκείνος δέχτηκε. Αλλάξαμε πόλη και η αλλαγή μας έκανε καλό.

 

Βρήκαμε το γέλιο μας τον εαυτό μας. Απ’ το μπαμπά δεν μαθαίναμε και πολλά πράγματα, μόνο πως έστελνε κάθε μήνα μια παχουλή επιταγή στη θεία για να μας φροντίζει. Θα το έκανε και χωρίς λεφτά….η Άρτεμις ήταν η προσωποποίηση της καλοσύνης! Τελείωνα το δεύτερο έτος στο Πανεπιστήμιο όταν έμαθα πως το πατρικό μου ήταν ανάστατο. Ο πατέρας μου με κάλεσε και έδειχνε συγκλονισμένος.

 

-Η Ανθή, μου είπε. Έχει καρκίνο στα οστά…..δεν της δίνουν παραπάνω από τρεις μήνες ζωής… Τι θα κάνω; Τι θα κάνω;

 

Τον κοίταξα και κούνησα το κεφάλι μου χωρίς καμιά λύπη.

 

-Πάρε μια γυναίκα να τη βοηθάει……έτσι θα βολευτείς και εσύ και αυτή, απάντησα με κακία.Με κοίταξε έκπληκτος και εγω του γύρισα τη πλάτη. Πήγα στο δωμάτιο που κάποτε ανήκε στη μητέρα μου και τη βρήκα ξαπλωμένη. Φυσικά δεν χτύπησα τη πόρτα.Ήταν αγνώριστη αδύνατη, κατάχλομη χωρίς το γέλιο της.

 

-Ήρθες για να χαρείς έτσι δεν είναι; μου είπε μόλις με είδε.

 

-Ναι…..μου αξίζει να χαρώ λίγο…..δεν μπορείς να το αρνηθείς!

 

-Παλιοκόριτσο….πάντα με ζήλευες που σου πήρα το μπαμπάκα σου, είπε χύνοντας δηλητήριο.

 

Χαμογέλασα και τη πλησίασα.

 

-Αυτό νομίζεις όλα αυτά τα χρόνια…..πόσο ηλίθια είσαι! Ξέρεις γιατί σε μισώ; Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο πήδαγες το πατέρα μου μπροστά στη μάνα μου…και εκείνη σε έβλεπε….τα ακούς….σε έβλεπε!

 

-Που το ξέρεις; ρώτησε τρέμοντας.

 

-Σας είδα….και το ήξερε πως σας έβλεπα…πέθανε μερικές μέρες μετά….θεωρώ πως θα ζούσε λίγο παραπάνω αν της είχε φερθεί διαφορετικά…..οπότε σε κατηγορώ και για το θάνατο της!

 

-Είχε καρκίνο, απάντησε και τη κοίταξα θριαμβευτικά.

 

-Το ίδιο και εσύ…..και θα φροντίσω να έχεις τη καλύτερη νοσοκόμα….να σε προσέχει με τον ίδιο τρόπο που πρόσεχες τη μητέρα μου! Αυτό θα είναι το δώρο μου σε σένα!

 

Και μάρτυς μου ο Θεός το έκανα….πήγα μια καλλονή στο σπίτι του πατέρα μου και την έβαλα στο δωμάτιο σαν τρόπαιο νίκης.

 

-Τη βλέπεις της είπα, σε λίγες μέρες θα δεις την ιστορία να επαναλαμβάνεται!

 

Εκείνη, άρχισε να ουρλιάζει σαν δαιμονισμένη, και εγω γελούσα .Απο κει και ύστερα έφυγα…δεν άντεχα άλλο. Φυσικά δεν μπορούσα να διαβάσω….ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ! Η νοσοκόμα με έπαιρνε τηλέφωνο, και μου έλεγε τα νεώτερα της υγείας της Χειροτέρευε, και την είχαν κλείσει στη κλινική. Φυσικά εκείνη, έμενε στο σπίτι του πατέρα μου! Η ιστορία επαναλαμβανόταν, αλλά τώρα πια δεν με ένοιαζε καθόλου. Η Ανθή πέθανε μέσα σε φρικτούς πόνους. Ούτε τα αυτοκόλλητα με την μορφίνη την έπιαναν, λίγο πριν το τέλος. Ήμουν δίπλα της όταν άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε χαμένη στο πόνο και το θάνατο, και άρχισε να ουρλιάζει σαν τρελή.

 

*Συχώρεσε με Κατερίνα….συγχώρεσε με Κατερίνα! Έτσι έλεγαν τη μητέρα μου!

 

-Όχι, της είπα σιγανά κοιτώντας τα μάτια της. Ποτέ δεν θα το κάνω…..να καεί στη κόλαση η αναθεματισμένη ψυχή σου, βρωμιάρα φίδι! Πέθανε επιτέλους να ξεβρομίσει ο κόσμος.

 

 Και πέθανε…. λίγα λεπτά αργότερα ήταν νεκρή…και εγω δεν μπορούσα να το χαρώ…..για όνομα του Θεού γιατί δεν μπορώ να το χαρώ; Για αυτό ζούσα τόσα χρόνια….γιατί μου στερείς τη χαρά του μίσους μου!

 

-Μου στέρησες τη μάνα το πατέρα τη παιδικότητα μου…..γιατί πρέπει να το χάσω και αυτό!

 

Μέσα στην απελπισία μου, μιλούσα δυνατά, λες και έτσι θα με άκουγε καλύτερα ο Θεός.

 

-Ίσως γιατί πρέπει να μάθεις και να αγαπάς, άκουσα να λέει δίπλα μου μια φωνή.

 

Δεν ήταν η δική μου φωνή αυτή τη φορά, και φυσικά ούτε του Θεού! Ήταν ο αδερφός μου….ο δικός μου ήρωας…που αντί να είμαι εγω η μεγάλη αδερφή, έγινε εκείνος. Αποδέχτηκε το ρόλο του αμέσως, κοιτώντας με με εκείνα τα μάτια, που τόσο έμοιαζαν στη μητέρα μου.

 

-Μάθε να αγαπάς Ελισάβετ…..δεν οδηγεί πουθενά το μίσος!
 
Εκείνη τη νύχτα, έκλαψα πολύ περισσότερο, απ’ ότι άλλη φορά στη ζωή μου. Τα δάκρυα, έγιναν το μέσο να βγει η κακία σταγόνα σταγόνα,  και να δω το κόσμο κρυστάλλινο. Απο τότε και κάθε χρόνο, την ημέρα που χάθηκαν και οι δυο,  ανάβω ένα κερί…. ένα μικρό κερί που με κάνει να θυμάμαι…..δεν ξέχασα…αλλά δεν μισώ!  Αυτό απο μόνο του το θεωρώ κατόρθωμα!

 

Η παραπάνω ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Εντελώς τυχαία την έμαθα, συνοδεύοντας ένα συγγενικό μου πρόσωπο,  στη κηδεία της λεγόμενης Ανθής!

 

 

 

                                                                  ΘΕΟΔΩΡΑ ΑΤΖΕΜΙΑΝ
Τα νέα μας στο inbox σας!
Εγγραφείτε στο newsletter μας για να είστε ενημερωμένες για όλα!