5f32f9e53c7f38fc5fcf851f34899d9b_L-1000×750

Πως μπορώ να μην αναφέρω μια ηθοποιό, που παρόλο που βγήκε σε αρκετά μεγάλη ηλικία στο θέατρο, μπόρεσε και έκανε μεγάλη καριέρα. Με το καταπληκτικό ταλέντο της και την απαράμιλλη ‘’ομορφιά’’ της, στο λόγο, στην κίνηση και στην εκφραστικότητα της, μας έκανε να νιώθουμε και να καταλαβαίνουμε, ότι η ομορφιά δεν βρίσκετε στο πρόσωπο (γιατί αυτή έρχεται και παρέρχεται), αλλά στην ψυχή και στην καρδιά, όπου από εκεί δεν φεύγει ποτέ. Έτσι λοιπόν σας παρουσιάζω :

Η Γεωργία Βασιλειάδου γεννήθηκε την 01 Ιανουαρίου 1897 στην Αθήνα, από πατέρα στρατιωτικό και είχε εννιά αδέλφια. Το πατρικό της όνομα ήταν Αθανασίου και από μικρή ηλικία λόγο οικονομικών προβλημάτων, εργάστηκε σε διάφορα καταστήματα σας πωλήτρια και έτσι αναγκαστικά σταμάτησε και το σχολείο. Οι αρχικές της σπουδές, κάτω βέβαια από αντίξοες οικονομικές συνθήκες,  ήταν φωνητικής, γιατί της άρεσε πολύ να γίνει κλασική τραγουδίστρια. Η πρώτη φορά που ανέβηκε στο σανίδι, δεν ήταν σαν ηθοποιός, αλλά σε όπερα το 1919. Λόγο όμως του ότι η όπερα εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο διαδεδομένη, δεν μπορούσε να κάνει το όνειρο της πραγματικότητα και έτσι το γύρισε στο θέατρο.

Μπορεί να μας έρχεται κάπως ξαφνικό και να μην μπορούμε να το πιστέψουμε, αλλά από κάποιες σπάνιες φωτογραφίες που υπάρχουν και από λεγόμενα ανθρώπων που την γνώριζαν, λέγεται ότι στα νιάτα της ήταν μια πάρα πολύ όμορφη γυναίκα. Αλλά και όταν μεγάλωσε, που το πρόσωπο της χάλασε, δεν έχασε την γοητεία και την θελκτικότητα της  προς τους άντρες.

Τα πρώτα της βήματα στο θεατρικό σανίδι, τα έκανε στους δυο πιο μεγάλους θιάσους της εποχής, της Κυβέλης και της Μαρίκας Κοτοπούλη καθώς και του Αιμίλιου Βεάκη και αυτό διήρκησε περισσότερο από μια δεκαετία. Η Κοτοπούλη την θαύμαζε τόσο πολύ που έλεγε ότι η Γεωργία Βασιλειάδου είναι η Βασιλεία Γεωργιάδου, γιατί μπορεί το πρωί να παίζει επιθεώρηση, το βράδυ τραγωδία και να αποδίδει το ίδιο καλά και στα δύο.  

Κατά την διάρκεια της κατοχής, η φιλική σχέση της με την Σοφία Βέμπο και η λαχτάρα της να εμψυχώνει τον βασανισμένο λαό, παρά τα πολύ λίγα χρήματα που έπαιρνε, δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να παίζει στο θέατρο και να προσπαθεί να χαρίσει το γέλιο και την αισιοδοξία στις ψυχές των Ελλήνων. Μπορεί να πηγαινοερχόταν με τα πόδια και με σκισμένα παπούτσια, αλλά αυτό της έδινε περισσότερο δύναμη να συνεχίζει και να βοηθάει όσο και όπως μπορούσε τους πιο αδύναμους από εκείνη. Μαζί με την Βέμπο και με άλλους συναδέλφους της,μαγείρευαν φασολάδα και την μοίραζαν σε άπορους ηθοποιούς και άλλους πεινασμένους συνανθρώπους της. Όταν μπορούσε να μαζέψει κάποια χρήματα παραπάνω και μπορούσε να πάρει τρόφιμα και να μαγειρέψει σπίτι της, πήγαινε στην γειτονιά και μοίραζε το φαί στα υποσιτισμένα παιδιά. Συμμετείχε σε οργανωμένες γιορτές του στρατεύματος, αλλά και στην εμψύχωση του ηθικού των αντρών που θα έφευγαν για τον πόλεμο. Πήγαινε σε κλινικές που υπήρχαν τραυματισμένοι στρατιώτες και τόσα άλλα, προκειμένου να βοηθήσει με ότι μπορούσε.

Η φιλία της με την Σοφία Βέμπο ήταν δυνατή και κράτησε και μετά τον πόλεμο, όπου η Βέμπο την είχε πάντα κοντά της, γιατί την εκτιμούσε και την αγαπούσε πολύ. Μάλιστα όταν έφυγε για κάποιες υποχρεώσεις της στην  Αμερική είχε δώσει αυστηρές εντολές στους συνεργάτες της, ότι θα έπαιζε πάντα η Βασιλειάδου σε όλες τις παραστάσεις που θα ανέβαιναν στο θέατρο της.    

Όμως τα χρόνια περνούσαν και δεν είχε καταφέρει να κάνει κάτι ξεχωριστό που να την βοηθήσει να αναδείξει το μεγάλο της ταλέντο και να αναδειχτεί σαν πρωταγωνίστρια. Έτσι πλησιάζοντας πια τα σαράντα και μετά από τον αποτυχημένο γάμος της, αποφάσισε να πάρει σύνταξη (άλλες εποχές) και να κάτσει στο σπίτι να μεγαλώσει την κόρη της. Βέβαια που και που πήγαινε για καφέ σ’ ένα καφενείο στην Ομόνοια, το περίφημο  «Στέμμα», όπου εκεί μαζευόντουσαν αρκετοί ηθοποιοί που δεν δούλευαν και περνούσαν διάφοροι θεατρικοί επιχειρηματίες και διάλεγαν κάποιους για να επανδρώσουν, τα λεγόμενα τότε μπουλούκια, για να κάνουν διάφορες περιοδείες.

Έτσι το 1939, όταν ο Σακελλάριος ανέβαζε ένα έργο με τις αδερφές Καλουτά, χρειαζόταν μια ηθοποιό να ενσαρκώσει μια κουτσομπόλα της γειτονιάς και έτσι επειδή πλησίαζε η πρεμιέρα και δεν είχε βρει την κατάλληλη, αποφάσισε να κάνει μια βόλτα από το συγκεκριμένο καφενείο και μόλις αντίκρισε την Βασιλειάδου είπε «αυτή είναι».  

Τότε την πλησίασε και την ρώτησε αν είναι ηθοποιός και εκείνη του απάντησε, πως τώρα πια δεν ήταν και ήταν μια απλά συνταξιούχος. Τότε ο Σακελλάριος,  της πρότεινε να παίξει στην παράσταση, αλλά εκείνη αρνήθηκε γιατί έτσι θα έπρεπε να διακόψει για τρεις μήνες την σύνταξη της. Όμως εκείνος την ήθελε τόσο πολύ και ας είχε ίδει περάσει η ομορφιά της,  που της είπε πως θα τις δώσει τρεις μήνες προκαταβολή (που τα χρήματα ήταν πολύ παραπάνω από την σύνταξη). Με το που ανέβηκε στο σανίδι, καθιερώθηκε αμέσως ως σπουδαία καρατερίστα και όταν ξεκίνησε την επιθεώρηση, τότε ήταν που εκτοξεύτηκε η φήμη και η καριέρα της στα ύψη. Από το 1946 άρχισαν και οι τεράστιες επιτυχίες στον κινηματογράφο, όταν πάλι ο Αλέκος Σακελλάριος της έδωσε ρόλο που άρχισε να την φέρνει και εκεί στην κορυφή.

Σε όλη την δεκαετία του ΄50 παρόλο που ηλικιακά είχε φτάσει στα 60 της χρόνια, ήταν η πιο εμπορική ηθοποιός. Ήταν ειρωνικό το ότι πριν χαλάσει το πρόσωπο της από μια σπάνια αρρώστια του δέρματος και ήταν τότε δροσερή και όμορφη, δεν την ζητούσε κανένας να παίξει, παρά το απίστευτο ταλέντο της. Μόλις όμως όλα άλλαξαν, το πρόσωπο της χάλασε (όχι το σώμα, γιατί πάντα ήταν λεπτό) και το ίδιο και οι ελπίδες της για το θέατρο, τότε όλοι την ζητούσαν να ανέβει στην σκηνή.  Βέβαια λόγο των χαρακτηριστικών του προσώπου της κάποιοι σκηνοθέτες της έδιναν ρόλους σαν ‘’γελοιογραφία’’,  όπως η «Ωραία των Αθηνών» κ.α. Άλλοι όμως της έδιναν και πιο ανθρώπινους ρόλους, όπως «η θεία από το Σικάγο» κ.α.

Η ίδια βέβαια δεν ήθελε να παίζει σαν καρικατούρα και παρακαλούσε τους σκηνοθέτες να της δίνουν πιο αξιοπρεπείς ρόλους, αλλά ο Φίνος πάντα της έλεγε να μην ζητάει τέτοια πράγματα, γιατί θα χάσει το ψωμί της. Μάλιστα μια φορά που ντύθηκε ωραία, βάφτηκε και χτένισε όμορφα τα μαλλιά της και πήγε να συναντήσει τον Φίνο, εκείνος ταράχτηκε και της είπε «Τι είναι αυτά που έβαλες Γεωργία, θες να με καταστρέψεις?».  Έτσι συνέχισε να παίζει μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 και ας ήταν σε προχωρημένη ηλικία και δεν εμφανίστηκε ξανά περιποιημένη μπροστά του. Το κοινό την αγαπούσε πολύ και έτσι ο κόσμος και μόνο στο άκουσμα του ονόματος της, έτρεχε να δει τις παραστάσεις της. Έμεινε στην ιστορία σαν την ‘’πιο όμορφη – άσχημη’’ του Ελληνικού Κινηματογράφου.  

Η ίδια θυμάται ένα περιστατικό, όπου μέχρι να φτάσει στη σκηνή, περνούσε μέσα από τα τραπεζάκια που καθόντουσαν οι θεατές. Μια γυναίκα φώναξε δυνατά πόσο άσχημη είναι η Βασιλειάδου και όταν εκείνη ανέβηκε στη σκηνή της απάντησε όπως έπρεπε: ‘’Εσείς κυρία μου που φωνάξατε  δυνατά για να σε ακούσω, πόσο άσχημη είμαι, σας ρωτάω. Εγώ με την ασχήμια μου έγινα διάσημη. Εσάς ποιος σας ξέρει:’’

Δούλευε πάρα πολλές ώρες και για να μην αφήνει συνέχεια μόνη την κόρη της στο σπίτι, την έπαιρνε στα παρασκήνια και ενημέρωνε τους ηθοποιούς, τους τεχνικούς και όλους όσους βρισκόντουσαν στο γύρισμα να μιλάνε όμορφα για να μην μάθει το παιδί κακές κουβέντες. Ήταν μια απλή γυναίκα που αγαπούσε τον ‘’κόσμο της’’ και ήθελε να είναι συνέχεια κοντά του.

Το 1960 είχε εκλεγεί δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αμαρουσίου. Το 1961 μαζί με τον Αυλωνίτη και τον Ρίζο όταν έπαιξαν «ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός» έκαναν τεράστια επιτυχία και έτσι έφτιαξαν οι τρεις τους το δικό τους θίασο και περιόδευσαν σε όλη την Ελλάδα και την Γερμανία.  Το 1975 έπαιξε και στην τηλεόραση στο ‘’Ο Χριστός ξανασταυρώνεται’’ και τελείωσε την απίστευτη πορεία της, παρόλο που ακόμα ήταν στο απόγειο της, γιατί όπως έλεγε η ίδια, ήθελε να φύγει με ζήτω και όχι με γιούχα. Της είχαν προτείνει να κάνει κάτι και στο ραδιόφωνο, αλλά και έναν ρόλο μαζί με την Λαμπέτη, όμως  λόγο του προχωρημένου της ηλικίας της, αρνήθηκε.

Ζούσε μια ήσυχη ζωή με την οικογένεια της.  Είχε σχέση μ’ έναν άντρα αρκετά νεότερο της, ο οποίος έμεινε κοντά της έως και το τέλος της  και όταν πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου 1980, μετά από βραχυχρόνια νοσηλεία στο νοσοκομείο, με χρόνια βρογχίτιδα και καρδιακή ανεπάρκεια,  τα άτομα που πήγαν στην κηδεία της ήταν πάρα πολύ λίγα.

Εμείς δεν θα μπορέσουμε να ξεχάσουμε την ‘’ομορφιά’’ της ψυχής και της καρδιά της. Τις απίστευτες ατάκες που μας συντροφεύουν σε κάθε μας στιγμή  και θα την ευγνωμονούμε πάντα για τις ώρες ξενοιασιάς, χαράς και γέλιου που μας χαρίζει ακόμα και σήμερα, στις δύσκολες στιγμές που περνάμε.

Λουίζα Σαμαντζή