229956fc27ea4c6cab045867feda1f23_L-1000×750

Νομίζω πως θα ήταν καλό όταν γράφω την βιογραφία ενός ή μιας ηθοποιού, η επόμενη βιογραφία να είναι για τον/ την σύντροφο του/της (αν βέβαια είναι του χώρου). Έτσι λοιπόν θέλω να γράψω για την σύντροφο και πολυσυζητημένη σχέση ζωής (όσο και αν δεν το παραδεχόταν ο ίδιος) του Δημήτρη Χόρν. Μια απ’ τις μεγαλύτερες ηθοποιούς της χώρας μας και πολύ ξεχωριστή.       

Σας παρουσιάζω ……..

 

Η ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1926 στα Βίλια της Αττικής. Ο πατέρας της είχε ταβέρνα και είχε άλλα έξι αδέρφια. Είχε έναν δίδυμο αδελφό ο οποίος  γεννήθηκε μια ώρα πιο νωρίς από την Έλλη. Ήταν υγιέστατος, τέσσερα κιλά παιδί και μετά από μια ώρα βγήκε στη ζωή και η Έλλη, ένα μωρό αδύνατο που ανέπνεε με το ζόρι και δεν ήξεραν αν θα ζούσε. Ο γιατρός έκανε μεγάλες προσπάθειες για να ακουστεί το κλάμα της και όλοι πίστευαν ότι δεν θα τα κατάφερνε. Τελικά όμως έζησε και ήταν η Πέμπτη κόρη, μετά την Φωτεινή, την Κούλα, την Ειρήνη και την Αντιγόνη. Και έμελε να φύγει πρώτος  από την ζωή ο ένας από τους δυο αδελφούς της, ο δίδυμος, το 1941 από μια άσχημη ασθένεια, την φυματίωση.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου και από ένα ποίημα του Βαλαωρίτη, τον Αστραπόγιαννο, δανείστηκε το όνομα Λαμπέτη. Έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο στο οποίο δεν πέτυχε, αλλά και στην σχολή της Κοτοπούλη, όπου επίσης δεν 

πέτυχε. Η Μαρίκα Κοτοπούλη όμως, όταν την είδε, αναγνώρισε το μεγάλο της ταλέντο και την δέχτηκε στη σχολή της. Λόγο της κατοχής τα μαθήματα γινόντουσαν στο θέατρο Ρεξ και στο σπίτι της κ. Κοτοπούλη, όπου η Έλλη πήγαινε συχνά. Ο θαυμασμός της Κοτοπούλη ήταν μεγάλος και πάντα την επικροτούσε με το ‘’μπράβο καρδούλα μου’’ κ.α. Συνέχεια της έλεγε ότι ήθελε να την υιοθετήσει, αλλά εννοείτε πως για την Έλλη αυτό ήταν αδιανόητο, γιατί λάτρευε την Μαμά της και έλεγε χαρακτηριστικά ότι ‘’την Μαμά μου δεν την αλλάζω ούτε με την Παναγία’’.   Το 1946 – 1948 καθιερώνετε σας εξαιρετική ηθοποιός, μετά την συνεργασία της με το Θέατρο Τέχνης.

Όταν εκτέλεσαν τον Μπελογιάννη και τον Μπάτση η Έλλη ήταν 16 χρονών και από την λύπη της, λόγω του ότι γνώριζε τον Μπάτση έπαθε παράλυση το μισό της πρόσωπο. Αυτό κράτησε για έξι εβδομάδες και έκανε ηλεκτροσόκ για να επανέλθει. Δεν μπορούσε να μιλήσει, και να ελέγξει γενικά το πρόσωπο της. Όταν μπόρεσε να συνέλθει κατάλαβε ότι είχε αλλάξει και δεν θα ήταν συναισθηματικά η ίδια. Δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό της, πως μπορεί να σκοτώσει κάποιος εν ψυχρό έναν άνθρωπο και συνειδητοποίησε πως τα συναισθήματα μπορούν να φέρουν τόσο μεγάλο κακό στο σώμα.

Η ερωτική της ζωή ήταν πλούσια και ξεκίνησε το 1943 με τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής της, τον διπλωμάτη και ποιητή Θ. Σγουρδέλη, ο οποίος της είχε γράψει και ολόκληρη ποιητική 

συλλογή. Στα δυο χρόνια σχέσης τους την απέσπασε από το θέατρο, προσπαθώντας να την κάνει να αγαπήσει την ζωγραφική, όμως δεν τα κατάφερε. Έτσι όταν αυτός έφυγε για το Παρίσι, εκείνη δεν τον ακολούθησε και έτσι συνέχισε το θέατρο. Αργότερα και για έξι μήνες έζησε παθιασμένα  με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Μετά παντρεύτηκε με τον Μάριο Πλωρίτη (ο οποίος έμεινε πιστός της φίλος μέχρι και το θάνατο της) και ο γάμος τους κράτησε για τρία χρόνια, ώσπου γνώρισε τον Δημήτρη Χορν και έμεινε στην ιστορία αυτή η αγάπη που είχαν. Μέσα σ’ αυτόν τον έρωτα η Έλλη έμεινε έγκυος, αλλά αναγκάστηκε να κάνει έκτρωση.  Χώρισαν περίπου έξι χρόνια μετά, αφού εκείνη γνώρισε έναν Αμερικάνο συγγραφέα τον Φρέντερικ Γουήκμαν, με τον οποίο και παντρεύτηκε. Αυτός ο γάμος κράτησε 16χρόνια, αλλά ούτε αυτός ο γάμος όμως ευοδώθηκε και μερικά χρόνια μετά τον χωρισμό της, γνώρισε τον Κώστα Καρρά και άρχισε πάλι να ονειρεύεται γάμους και οικογένεια. Ο Κώστας Καρράς εκτός ότι ήταν πιο μικρός σε ηλικία ήταν και παντρεμένος. Αυτό όμως η Λαμπέτη δεν το ήξερε και όταν το έμαθε, από την Βέρα Κρούσκα,  δεν προχώρησε.

Όμως γενικά τραβούσε τα βλέμματα των αντρών και όλος ο αντρικός πληθυσμός του θιάσου ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της. Ήταν ανέμελη, σαγηνευτική, πνευματική και όταν καθόταν αθώα στην καρέκλα, άφηνε πάντα να εμφανίζονται το όμορφα της πόδια.

Το 1969 εμφανίζονται για πρώτη φορά τα σημάδια του καρκίνου στο μαστό. Μια ασθένεια από την οποία έχασαν την ζωή τους και οι αδελφές της, της οποίες λάτρευε. Μόνο η Ατιγόνη έζησε αρκετά χρόνια και μετά τον θάνατο της Έλλης.  Έφυγε στην Αμερική, όπου έκανε ολική μαστεκτομή και γύρισε στην Ελλάδα προσπαθώντας να το ξεπεράσει.

 Μια κοινή προσπάθεια που έκανε με τον Φρέντερικ  Γουέηκμαν, ήταν να υιοθετήσει την μικρή Ελίζα. Την είχε μαζί της για 4 χρόνια, όμως μια δικαστική απόφαση την ανάγκασε να επιστρέψει το παιδί στους φυσικούς της γονείς. Αυτό την τσάκισε ψυχολογικά και την απομάκρυνε και από το θέατρο.  Για 11 χρόνια τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά με την υγεία της, αλλά οι μεταστάσεις άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους και να είναι συνεχείς και οι χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε τις πείραξαν τις φωνητικές χορδές και έτσι σιγά σιγά έχασε την φωνή της. Όταν έβλεπε τον εαυτό της χωρίς μαλλιά έλεγε, ότι για δυο πράγματα πάνω της καμάρωνε. Τα μαλλιά και το στήθος και μέσα σε δέκα χρόνια τα έχασε και τα δυο. Κοιταζόταν στον καθρέπτη και έλεγε για το ‘’άδειο’’ πια κεφάλι της «Μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες».  Τη δύναμη και το κουράγιο όμως δεν τα έχασε ποτέ και παρά τα όλα προβλήματα συνεχίζει να σχεδιάζει τα επόμενα θεατρικά βήματα για το χειμώνα. Ήταν χάλια στην υγεία της, δεν μίλαγε, δεν είχε μαλλιά και όμως βγήκε στη σκηνή και έπαιξε με όση δύναμη είχε μέσα της.

Ο τελευταίος της ρόλος ήταν της Σάρας της κωφάλαλης. Με πείσμα έλεγε πως ήθελε να μάθει, με ειδική βέβαια δασκάλα, τη γλώσσα των κωφάλαλων. Ήθελε όταν την βλέπουν οι κωφάλαλοι θεατές να νομίζουν ότι είναι και εκείνη κωφάλαλη. Ήταν τελειομανής. Εκείνη η παράσταση ήταν θριαμβευτική. Όλοι την χειροκροτούσαν όρθιοι, ακούραστα, για πολύ ώρα και μάλιστα ο Μάνος Χατζιδάκις της είπε ότι ήταν η πιο ερωτική κωφάλαλη που είχε ποτέ το ελληνικό θέατρο.  

Δεν της άρεσε η μεγάλη ζωή και πίστευε ότι γεννήθηκε με πολύ ταλέντο αλλά το σκόρπισε άθλια. Μέχρι και στο Χόλιγουντ την είχανε ζητήσει με πολλά χρήματα, αλλά εκείνη δεν ήθελε ν’ αφήσει τις παραστάσεις στην Ελλάδα. Έλεγε ότι από την ζωή και την αγάπη έδωσε και πήρε. Δεν την τρόμαζε ο χρόνος, γιατί την βοηθούσε να γνωρίσει τον εαυτό της καλύτερα. Η ίδια έλεγε ότι όταν είχε έναν καινούριο ρόλο δεν ήθελε να περπατάει στο δρόμο μην τυχόν και της τύχει κάποιο ατύχημα και δεν προλάβει να τον δείξει στους θεατές.  Έζησε τον θάνατο των πέντε (από τα έξι)αδέρφια της και τελικά στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983 σε ηλικία 57 χρονών έχασε την μάχη με την ζωή, μετά από πολλά χρόνια μάχης με τον καρκίνο.  

Λουίζα Σαμαντζή